Ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει, του Δημήτρη Φύσσα

Τα όσα ακολουθούν δεν είναι μια παρουσίαση ή κριτική βιβλίου. Όπως και το μυθιστόρημα του Φύσσα δεν είναι μυθιστόρημα.

Γράφω για να αποτυπώσω τι νιώθω και τι σκέφτομαι για έναν άνθρωπο που δεν πρόλαβα να γνωρίσω. Και που αυτό το βιβλίο έγινε αφορμή να τον ξαναφέρω στη μνήμη μου και να προσπαθήσω να τον γνωρίσω και καταλάβω απουσία του. Αν είναι δυνατόν.

Τα Χριστούγεννα του 2023 είχα έρθει για λίγες μέρες Ελλάδα. Με τον ΔΦ είχαμε γίνει φίλοι στο Facebook. Το όνομα του το είχα ακούσει πρώτη φορά όταν σε ερώτηση για το αν έχει γραφτεί βιβλίο εναλλακτικής ιστορίας (ένα παρακλάδι της επιστημονικής φαντασίας), μου απάντησε κάποιος να δω το Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος του.

Μετά από λίγο καιρό, ο ΔΦ βρήκε το τι είχα γράψει για το βιβλίο του και μ’ ευχαρίστησε για την αναφορά. Νομίζω τότε ήταν που ξεκίνησε η διαδικτυακή σχέση.

Τον παρακολουθούσα, περισσότερο απότι εκείνος εμένα, και είχα δει ότι συχνά πυκνά έβγαζε ανακοινώσεις για βιβλία που πουλούσε, πράγμα που με είχε ξενίσει.

Κάποια στιγμή δημοσίευσα ένα παλιό μου διήγημα και μου έγραψε σαν σχόλιο ότι του άρεσε. Δεν νομίζω άλλος παλιός συγγραφέας να μου έχει κάνει κάποιο επαινετικό σχόλιο σ’ ότι έχω δημοσιεύσει κι οπωσδήποτε και με ευχαρίστησε και με αναστάτωσε.

Γι αυτό, και μ’ αφορμή την αγορά κάποιων βιβλίων του, επεδίωξα να τον συναντήσω από κοντά εκείνα τα Χριστούγεννα που προανέφερα.

Πήγα, στα Πατήσια, στο παλιό νεοκλασσικό που έμενε, είπαμε λίγα πράγματα κι από κει κατάλαβα ότι οι διαδρομές μας είχαν διασταυρωθεί πολλά χρόνια πριν, όταν εκείνος, σαν κειμενογράφος, είχε γράψει τα κείμενα παρουσίασης της μικρής εταιρίας που τότε διοικούσα.

Ενθαρρυμένος από αυτή την πρότερη αν και άδηλη σχέση, τον ευχαρίστησα και για το διήγημα που είχε πει ότι του άρεσε, κανονίσαμε να του στείλω και κάποια άλλα, είχα ήδη διαλέξει μερικά βιβλία του ν’ αγοράσω, και μ’ αφορμή αυτά, στο ρητορικό ερώτημα που απηύθηνε στον εαυτό του αν γράφω καλά, απάντησε λέγοντας «πρέπει να γράφεις, αν κρίνω από αυτά που διαβάζεις», δείχνοντας τα βιβλία που είχα επιλέξει. Μπορεί να ήταν μια αβροφροσύνη, αν και όπως είχα καταλάβει από την μέχρι τότε γνωριμία μας, ο ΔΦ δεν ήταν από αυτούς που στρογγυλεύουν ότι θέλουν να πουν, πολύ περισσότερο, δεν έλεγε κάτι που δεν εννοούσε.

Χαιρετιστήκαμε, ανανεώσαμε αόριστα το ραντεβού για το μέλλον, επέστρεψα στην Αγγλία, άκουσα μετά από λίγο καιρό για το νέο του βιβλίο (το Μέσκουλα) και πριν προλάβω να το αγοράσω καν (οι αγορές ελληνικών βιβλίων από Λονδίνο είναι πονεμένη υπόθεση), στα τέλη του Φλεβάρη του ’24, διαβάζω πως έφυγε. Σε λιγότερο από δυο μήνες. Η έκπληξη που ένιωσα, κι η λύπη, για έναν άνθρωπο που ουσιαστικά δεν γνώριζα, ήταν δυσανάλογα μεγάλες.

Προμηθεύτηκα το βιβλίο του και έκανα μια απόπειρα να το διαβάσω το καλοκαίρι του ’24, αλλά δεν μπόρεσα να πάω πέρα από λίγες σελίδες για λόγους που δεν είναι του παρόντος.

Πρέπει να είχε καταγραφεί σαν χρέος μέσα μου κι έτσι ξαφνικά, σε εντελώς ανύποπτο χρόνο (πριν τέσσερις μέρες) τον αναζήτησα και ξετρύπωσα από το χάος των αταξινόμητων βιβλίων μου και τον διάβασα.

Όπως έγραψα στην αρχή, το βιβλίο δεν είναι ένα μυθιστόρημα. Είναι ένα bestiarium ανθρώπινων τύπων, σπαράγματα, σημειώσεις, διάσπαρτες σκέψεις, μίνι δοκίμια, που έχουν δεθεί γύρω από την ιδέα μια ομάδας περιφερειακών τύπων, τους Σαρίπολους, (οι οποίοι καταλογραφούνται εξαντλητικά και ο καθένας σε μέγεθος ανάλογο της σημασίας του ή του ενδιαφεροντός τους από τον επίσης μέλος της παρέας αυτής, Μέσκουλα, που δεν χρειάζεται πολύ να καταλάβει κανείς ότι είναι ένα alter ego του συγγραφέα, παρότι κι ο ίδιος ο συγγραφέας είναι παρόν στο κείμενο, σαν τρίτο πρόσωπο αλλά κι έμμεσα καθώς πολλοί Σαρίπολοι δεν είναι παρά ήρωες προηγούμενων βιβλίων του, που με τη σειρά τους, όπως κι όλοι οι άλλοι, μπορεί να είχαν στηθεί σαν λογοτεχνικές υπάρξεις πάνω στα πρότυπα γνωστών και φίλων του συγγραφέα).

Γιατί ο Μέσκουλας αποσύρεται για να πεθάνει; Γιατί δεν αντέχει την έκπτωση της ζωής του, την σταδιακή εξαθλίωση, το μαρασμό και την απελπισία που έχει επιφέρει η οικονομική κρίση σε ένα υπερήφανο άνθρωπο, που δεν καταδέχεται την ελεημοσύνη, τα δανεικά, τον παρασιτισμό.

Γιατί έγραψε αυτό το βιβλίο ο ΔΦ; Αν ο αδόκητος θάνατος του ήταν αυτοκτονία, θα μπορούσε να είναι το σημείωμα που άφησε πίσω του. Δεν έχει γίνει γνωστό κάτι τέτοιο. Διαβάζοντας το και κοιτόντας την εργογραφία του συγγραφέα, καταλαβαίνει κανείς ότι οι συνεχείς κατάλογοι, οι λίστες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο (βιβλίων, ταινιών, μουσικών μπαρόκ, στεκιών της Αθήνας, ρημάτων, λέξεων γενικά) ήταν ο τρόπος που πορευόταν. Καταλογραφούσε, εξαντλούσε θεματικά αντικείμενα, χύνοντας την ψυχή του στη μορφή τους. Πολλές φορές μου έφερε τον Ουμπέρτο Έκο στο νου.

Εκτός από τις προσωπογραφίες και τις λίστες, η στοιχειώδης πλοκή συνίσταται στην σταδιακή απόσυρση του Μέσκουλα από τον κόσμο, μέχρι την κατάληξη να πάει να πεθάνει από ασιτία σε μια ακτή της Μαγνησίας.

Οι ειρωνικές αναφορές του συγγραφέα μέσα στο μυθιστόρημα για την (μη) πλοκή του, υπενθυμίζουν συνεχώς ότι η έλλειψη διάρθωσης, η αποσπασματικότητα κι η εκτροπή δεν πρόκεινται για ατυχίες και παρεκλίσεις αλλά για συνειδητή επιλογή, για μια meta γραφή, όπου συγγραφέας κι έργο είναι ένας κύκλος, πιθανόν φαύλος.

Αν ήθελα να του δώσω μια ταμπέλα, θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα γιατί από νωρίς θέτει, χιουμοριστικά μεν, σοβαρά δε, ένα δίλημμα, ερώτημα ζωής που ψάχνει για νόημα, ανάμεσα στην τέχνη και τον έρωτα (το γράφει πολύ πιο ωμά από μένα, τους γυναικείους κώλους, αλλά η ουσία είναι η ίδια). Το ερώτημα απαντιέται στο τέλος από τον Μέσκουλα, κι όπως όλα τα δύσκολα ερωτήματα, δεν εμπεριέχει την απάντηση, και δεν θα την πω για ν’ αφήσω και κάτι να εξάπτει την περιέργεια όποιου επιθυμήσει να το διαβάσει.

Θα τελειώσω αυτή την μη-κριτική, μη-παρουσίαση, με το τεράστιο γιατί που μου άφησε το βιβλίο, χωρίς να είναι πρόθεση του. Γιατί οι άνθρωποι που έχουν μια ειλικρίνεια και μια αυθεντικότητα, που δεν χαρίζονται, που δεν αυτοπρομοτάρονται, που όσοι τους γνωρίζουν τους εκτιμούν και μόνο καλά έχουν να πουν γι αυτούς, φεύγουν έτσι;

Never Let Me Go του Kazuo Ishiguro

Ένα πρόβλημα με τη σύγχρονη λογοτεχνία είναι οι θεματικές της. Όσο κι αν αυτό που κάνει τη μεγάλη λογοτεχνία είναι ο τρόπος παρουσίαση ενός κατά τ’ άλλα γνωστού θέματος, ο σύγχρονος αναγνώστης, που βομβαρδίζεται συνεχώς από μυριάδες αναγνωστικές προτάσεις, δεν μπορεί ν’ αποφύγει το αίσθημα της κούρασης, ακόμη και απέναντι σε ένα εξαιρετικά γραμμένο θέμα, όταν αυτό είναι χιλιοειπωμένο.

Από αυτή την άποψη, η αναζήτηση νέων θεματικών, που δεν θα καινοτομούν απλώς για να καινοτομήσουν, είναι ένα ζητούμενο, κι ο ΚΙ είναι από τους λίγους συγγραφείς που έχουν κάτι να προτείνουν.

Στο Never Let Me Go ο ΚΙ διηγείται μια ιστορία που ξεκινά κάπου στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα και κρατά μέχρι τη δεκαετία του ενενήντα, διαδραματιζόμενη κυρίως στη Νότια Αγγλία. Με τη διαφορά ότι αφορά μια εναλλακτική πραγματικότητα και έναν κόσμο που έχει πάρει μια πιο σκοτεινή πορεία. Κι ενώ φαίνεται να περιγράφει μια δυστοπία, στην ουσία δεν μιλά παρά ελάχιστα γι’ αυτήν. Την αφήνει να αναδύεται μέσα από τα συμφραζόμενα και τις λεπτομέρειες και δεν της επιτρέπει ποτέ να κλέψει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την ψυχογραφία των χαρακτήρων.

Η επιστημονική φαντασία έχει ένα εγγενές πρόβλημα στην παρουσίαση χαρακτήρων. Ενώ στην αστυνομική λογοτεχνία ο συγγραφέας μπορεί να εμβαθύνει στους ήρωες γιατί είναι άνθρωποι της εποχής του, τους ξέρει, τους έχει μελετήσει σε βάθος, στην επιστημονική φαντασία το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι τοποθετούνται σε έναν κόσμο που δεν έχει υπάρξει ακόμη ή δεν υπήρξε ποτέ και, συνεπώς, είναι άγνωστες οι επιδράσεις του στον ψυχισμό τους. Το να περιγράψεις το εσωτερικό κάποιου ανθρώπου στο μέλλον μοιάζει ανέφικτο, καθώς κανείς δεν γνωρίζει ποια θα είναι η εσωτερική αντανάκλαση μιας καινοφανούς συνθήκης. Ο ΚΙ απαντά σ’ αυτή την πρόκληση με τη θέση ότι οι ήρωες του μέλλοντος ή της εναλλακτικής πραγματικότητας δεν θα έχουν κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από τους σημερινούς, ή τουλάχιστον δεν θα το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης.

Στην εναλλακτική πραγματικότητα του βιβλίου παρακολουθούμε τη ζωή μιας ομάδας μαθητών ενός κάπως περίεργου σχολείου – αλλά όχι τόσο περίεργου ώστε να μας υποψιάσει αμέσως ότι στην πραγματικότητα είναι ένα είδος φάρμας που καλλιεργεί κορμιά για επιστημονικές χρήσεις (δεν λέω περισσότερα για να μην αποκαλύψω το βασικό στοιχείο της περιγραφόμενης δυστοπίας, που ο ΚΙ μας το ξεδιπλώνει πολύ αργά και σταδιακά). Τα παιδιά μεγαλώνουν με έναν προδιαγεγραμμένο σκοπό, τον οποίο γνωρίζουν και διδάσκονται να αποδέχονται. Η Κάθυ, που διηγείται την ιστορία, είναι μία από αυτούς τους μαθητές, κι η διήγησή της καλύπτει περίπου τρεις δεκαετίες. Μέσα από τη διήγηση, που αφορά κυρίως μικροσυμβάντα μιας κατά τ’ άλλα καλορυθμισμένης ζωής, μας αποκαλύπτεται σιγά σιγά ο κόσμος των ηρώων ή, καλύτερα, το γεγονός ότι έχουν εσωτερικό κόσμο, παρότι η λοιπή κοινωνία το αρνείται.

Ο τρόπος με τον οποίο ο ΚΙ παρακολουθεί το ξεδίπλωμα της εσωτερικής ζωής μού θύμισε την Τζέιν Ώστεν, κάτι που, απ’ ό,τι είδα εκ των υστέρων, δεν πρέπει να είμαι ο μόνος που έχει προσέξει. Η επιτροπή του Νόμπελ περιέγραψε το ύφος του ως μίγμα Ώστεν και Κάφκα και, παρότι τον Κάφκα δεν τον σκέφτηκα, έχει δίκιο. Οι δυστοπίες που περιγράφει και τις οποίες επιμελώς αποφεύγει να εξηγήσει έχουν κάτι το καφκικό.

Το ίδιο είχα διαπιστώσει και στο άλλο του βιβλίο, Klara and the Sun. Είναι τυχαίο, άραγε, ότι και στα δύο έχουμε θηλυκή αφηγήτρια με όνομα που αρχίζει από Κ, γράμμα από το οποίο αρχίζει και το μικρό όνομα του συγγραφέα, και το οποίο δεν συνηθίζεται στα αγγλικά;

Αν κάτι μου άφησε μια αίσθηση έλλειψης, είναι η γλώσσα. Είναι απλή, στεγνή θα έλεγα, η γλώσσα κάποιου που περιγράφει ένα φαινόμενο για επιστημονικούς λόγους. Μάλλον πρόκειται για ηθελημένη επιλογή, που όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι η αισθητική πλευρά του βιβλίου βγαίνει μειωμένη.

Εκεί που δίνω εύσημα στο βιβλίο είναι ότι, όπως είπα στην αρχή, εισάγει νέες θεματικές. Θα το χαρακτήριζα πεισματικά προσηλωμένο σ’ αυτήν την επιδίωξη, με το πλεονέκτημα ότι, επειδή είναι τόσο πολύ εστιασμένο στην ψυχολογική ανάλυση, δεν παλιώνει τόσο γρήγορα όσο τα περισσότερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας.

Μόμπυ Ντικ, του Χέρμαν Μέλβιλ

Τέλειωσα χτες το βιβλίο (σε μετάφραση A.K. Χριστοδούλου, εκδόσεις Gutenberg) μετά από σαράντα ημερών προσπάθεια. Κι όταν λέω προσπάθεια, δεν είναι σχήμα λόγου γιατί το βιβλίο έχει μερικές εγγενείς δυσκολίες.

Πρώτ’ απόλα, η ναυτική ορολογία μιας άλλης εποχής (για την οποία ο μεταφραστής αξίζει πολλά συγχαρητήρια). Υπήρχαν όροι που δεν μπορούσα να βρω ούτε σε ειδικά λεξικά κι έπρεπε να μαντέψω από τα συμφραζόμενα τι σημαίνουν. Προφανώς το κενό έπρεπε να καλυφθεί από σημειώσεις αλλά ο μεταφραστής στην εισαγωγή του είχε εξαγγείλει μια μελλοντική πλήρη και σχολιασμένη έκδοση που ποτέ δεν φαίνεται να βγήκε.

Έπειτα το ίδιο το μυθιστόρημα που διακόπτει συνεχώς τη ροή της ιστορίας για να παρεμβάλει πραγματολογικές πληροφορίες για τη φάλαινα, το ναυτικό επάγγελμα, τη φαλαινοθηρία κλπ. Οι λεπτομέρειες που παρατίθενται πιθανώς να είναι χρήσιμες σε ιστορικούς της ναυτικής ιστορίας, αλλά π.χ. το πως κόβεται το κεφάλι της φάλαινας, μάλλον δεν ενδιαφέρει τον μέσο αναγνώστη, αν δεν τον απωθεί κι όλας.

Είπα «μυθιστόρημα» κι εδώ θα πρέπει να διευκρινήσουμε ότι το έργο δεν υπακούει σε κανένα από τα δύο μεγάλα σχήματα, δηλαδή εστίαση στους χαρακτήρες ή εστίαση στην πλοκή.

Οι χαρακτήρες είναι σχηματικοί και τόσο συμβολικά φορτισμένοι που χάνουν την ανθρώπινη υπόσταση τους. Η δε πλοκή είναι απλή χωρίς κάτι που να την κινεί: ένα φαλαινοθηρικό φεύγει για ένα μακρύ ταξίδι, αλλά στο μυαλό του καπετάνιου του δεν είναι το κέρδος αλλά η εκδίκηση και μάλιστα η εκδίκηση προς μια φάλαινα. Από τις ενιακόσιες σελίδες του βιβλίου, ο Μόμπυ Ντικ καταλαμβάνει τις τελευταίες πενήντα. Στις υπόλοιπες οκτακόσιες πενήντα συνεχώς συζητιέται, προαναγγέλεται, δίνει τα ίχνη του αλλά είναι απών.

Κι ενώ με όσα έχω πει ως τώρα θα μπορούσε να σχηματίσει κάποιος την εντύπωση ότι πρόκειται να διατυπώσω μια απορριπτική γνώμη, η εντύπωση μου είναι η ακριβώς αντίθετη. Γιατί όλη η παραδοξότητα του βιβλίου, σε συνδιασμό με το ξαναζωντάνεμα μέσω των περιγραφών και των λεπτομερειών μιας περασμένης εποχής μαγεύει τον νου σε βαθμό που κάποια συναισθήματα σωματοποιούνται. Νιώθεις την αλμύρα του ωκεανού, την παγωνιά του νερού όταν μπατάρει η βάρκα, τα σκληρά σκοινιά που σου γδέρνουν τα χέρια, το απέραντο υγρό θέαμα πάνω από το κολομπίρι. Και βέβαια το δέος της επαφής με τη φάλαινα.

Πρόκειται για αληθινή ιστορία; Ναι, και όχι. Υπήρχε κάποια φάλαινα με παρεμφερές όνομα, ο Mocha Dick όπου το Mocha είναι ένα νησί στ’ ανοιχτά της Χιλής στο οποίο και την σκότωσαν, που ήταν πολύ δύσκολο να πιαστεί. Το δε τέλος του βιβλίου είναι εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του φαλαινοθηρικού Essex που την είχε γράψει ο  George Pollard, ο καπετάνιος του.

Ο Μέλβιλ τέλειωσε το βιβλίο το 1851, εποχή της ακμής της αμερικανικής φαλαινοθηρίας, κι όταν ο ίδιος ήταν μόλις 31 ετών.

Ο Μέλβιλ είχε μπαρκάρει στα είκοσι του για τρία χρόνια κι είχε γνωρίσει από κοντά την φαλαινοθηρία. Την προσωπική του εμπειρία συμπλήρωσαν εκτενείς αναγνώσεις πάνω στο θέμα κάποιες από τις οποίες αναφέρονται και μες το βιβλίο.

Ο Ισμαήλ1, ο διηγητής της ιστορίας και alter ego του συγγραφέα, ανοίγει το βιβλίο με τη φράση Call me, Ismael, προδιαθέτοντας μας έτσι για ένα ψευδώνυμο παρά για ένα όνομα. Καλύτερα για ένα σύμβολο, παρά ψευδώνυμο, μιας κι οι αναφορές στη Βίβλο (κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη) αφθονούν. Το άλλο βιβλικό όνομα είναι του Αχάαβ2, του καπετάνιου του πλοίου.

Δεν μπορώ εδώ ούτε καν να ξεκινήσω την αναφορά στους συμβολισμούς και τις μεταφυσικές προεκτάσεις της ιστορίας. Να πω μόνο, πως η τρέλα του Αχάαβ, η δίψα του για εκδίκηση παρασέρνει σ’ ένα κολασμένο ταξίδι όλο του το πλήρωμα, μεταβάλωντας το πλοίο, το Πίκουωντ, σε ένα πλοίο φάντασμα.

Οι οιωνοί, οι προφητείες, το υφέρπον μεταφυσικό στοιχείο, η πολυσημία, οι περιγραφές, η γλώσσα που αλλάζει πρόσωπο κι άλλοτε από πρώτο γίνεται τρίτο και πάλι πρώτο, που γέμει ποιητικών σχημάτων, που πολλές φορές θυμίζει Σαίξπηρ, όπως κι ολόκληρα κεφάλαια που δεν θυμίζουν απλά αλλά είναι γραμμένα σαν θεατρικές σκηνές, με σύντομη περιγραφή του σκηνικού στην αρχή και εκτενείς διαλόγους ή μονολόγους, τα συναπαντήματα με άλλα πλοία που έχουν κάνει την τύχη τους ή έχουν γνωρίσει την καταστροφή, οι φάλαινες που περνούν ή πεθαίνουν για χάρη του σπερματσέτου, όλα στήνουν μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα, που μαγεύει. Κατά μια έννοια το βιβλίο είναι πολύ μοντέρνο. Δεν είναι τυχαίο ότι στον καιρό του αγνοήθηκε κι έλαβε κακές κριτικές για να βρει την αναγνώριση που του άξιζε στις αρχές του εικοστού αιώνα, μεσούντος του μοντερνισμού, κι από τους εκπροσώπους του όπως ο Φώκνερ που ευχόταν να ήταν ο συγγραφέας του.

Όποιος έχει κουράγιο να σαλπάρει για περιπέτεια, ας το διαβάσει.

  1. Ο Ισμαήλ ήταν νόθος γιος του Αβραάμ και της Άγαρ, μεγαλύτερος του Ισαάκ. Θεωρείται ο γενάρχης των Αράβων και των Φοινίκων. ↩︎
  2. Ο Αχάαβ ήταν βασιληάς του Ισραήλ, αλλά ειδωλολάτρης. ↩︎

Φίλοι κι εραστές, του Θοδωρή Καλλιφατίδη

Πρώτο βιβλίο της χρονιάς. Αν ένιωθα καλύτερα τις τελευταίες μέρες, θα μπορούσε να είναι και το τελευταίο της προηγούμενης. Το είχα προαναγγείλει άλλωστε.

Στις πρώτες σελίδες με έπιασε ένας εκνευρισμός γιατί είδα αμέσως το μοτίβο και το πλαίσιο στο οποίο θα εξελισσόταν το βιβλίο: οι ερωτικές ανησυχίες ενός μεσήλικα διανοουμένου, που δύσκολα κρύβει τον κόσμο του ίδιου του συγγραφέα. Κι ο εκνευρισμός οφειλόταν στο ότι αυτά τα μυθιστορήματα που μας περιγράφουν συγγραφείς ή καλλιτέχνες τα θεωρώ εξαιρετικά φτωχά από άποψη μυθοπλασίας. Βέβαια, τα πάντα είναι θέμα του πώς χειρίζεσαι ένα … θέμα κι αποφάσισα να κάνω υπομονή. Άλλωστε κι οι παλιές ταινίες του Γούντυ Άλλεν που τόσο μ’ άρεσαν, περίπου αυτό ήταν, οι ερωτικές ανησυχίες διανοούμενων της Νέας Υόρκης.

Στις πρώτες σαράντα σελίδες διέκρινα κάτι στη γραφή και τη διεκπεραίωση του θέματος, με τις συχνές φιλοσοφικές ή θυμοσοφικές εκτροπές κι αποφάνσεις, που θύμιζε κάποιον άλλο συγγραφέα: τον Μίλαν Κούντερα. Κι όταν είδα στη θέση του κυρίως φίλου του ήρωα του μυθιστορήματος έναν εξόριστο Τσέχο που είχε διωχθεί και βασανιστεί μετά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα σοβιετικά τανκς, και που επιπλέον τον έλεγαν Μίλαν, ένιωσα τον Καλλιφατίδη να μου κλείνει το μάτι συνομωτικά. Εκεί έφτιαξε η διάθεσή μου κι άρχισα να διαβάζω χωρίς αναστολές.

Η ιστορία του μυθιστορήματος, που η έκδοση του αείμνηστου Γαβριηλίδη δεν εξηγεί αν είναι μετάφραση από τα σουηδικά ή γραμμένη στα ελληνικά εξαρχής, εκτυλίσσεται κυρίως στη Στοκχόλμη κι ο ήρωας, ο Γκέοργκ, είναι Σουηδός, προϊστάμενος σε κάποιο δημόσιο πολιτιστικό οργανισμό. Ο Γκέοργκ είναι παντρεμμένος με τη Μάργια για πολλά χρόνια. Εκείνη βρίσκεται στο νοσοκομείο ριγμένη κάτω από άγνωστη αιτία και μετά από λίγο πεθαίνει. Κι όλο το υπόλοιπο βιβλίο είναι αυτή η τόσο οδυνηρή όσο και τετριμμένη φάση της ζωής όπου ένας μεσήλικας προσπαθεί να αποφασίσει αν και πώς θα πάρει ξανά τη ζωή του από την αρχή.

Για να μην κάνω σπόιλερ θα πω μόνο ότι εμφανίζεται μια νέα γυναίκα στη ζωή του και όλη η εξιστόρηση αφορά αυτή την τόσο γοητευτική φάση κάθε ερωτικής ιστορίας, όπου οι εραστές ψάχνουν να μάθουν ο ένας τον άλλο.

Το βιβλίο παίρνει αρκετές συγκινητικές και συναισθηματικές τροπές, που πιθανόν ένας λογοτεχνικός κριτικός να τις δει με σηκωμένο φρύδι, ειδικά κάποιες εξαιρετικά λυρικές φράσεις που διανθίζουν μια αφήγηση πιο πολύ μετρημένη και στοχαστική.

Η έκπληξη, και δεν ξέρω αν αυτό είναι λογοτεχνική αρετή του βιβλίου ή απλά είναι η δύναμη της ιστορίας που θα πω παρακάτω, έρχεται στο τέλος του βιβλίου, όπου ο μύθος δένει με την ιστορία του Οβίδιου και εισάγεται μ’ ένα απόσπασμα από το ποιητικό βιβλίο που γράφει εξόριστος ο Οβίδιος στο τέλος της ζωής του:

Μικρό βιβλίο, ταξιδεύεις χωρίς εμένα – και δεν σου κρατώ κακία – στην πόλη όπου απαγορεύεται να πάει ο ποιητής σου! Πήγαινε, αλλά χωρίς στολίδια, έτσι όπως ταιριάζει στο βιβλίο ενός εξόριστου· στη δυστυχία σου πρέπει να φοράς τα ρούχα που αρμόζουν σ’ αυτές τις μέρες μου.

Η ιστορία του Οβίδιου γίνεται ένας αναστοχασμός πάνω στην έννοια του ανήκειν και της πατρίδας, κι ο Καλλιφατίδης, πολύ σωστά, τη μετατοπίζει σε εσωτερικό και συμβολικό επίπεδο.

Το βιβλίο ήταν η πρώτη μου επαφή με τον συγγραφέα, και δεν ξέρω αν θεωρείται αντιπροσωπευτικό του. Η γραφή του δεν είναι η τυπική ελληνική γραφή, με την υπερπροσοχή στην έκφραση και το συναίσθημα (τουλάχιστον των συγγραφέων που λένε κάτι). Έχει κάτι το πιο βόρειο, το πιο εσωστρεφές και συγκρατημένο, που όμως η κρυφή μεσόγεια ιδιοσυγκρασία το σπάει κατά τόπους με πιο ποιητικές αποχρώσεις.

Σίγουρα θα υπάρξει συνέχεια.

Φάλτσα κεφαλής του Γ. Σκαμπαρδώνη

Τα τελευταία χρόνια, στις γιορτές των Χριστουγέννων, πιάνω και διαβάζω ελληνική λογοτεχνία. Δεν το κάνω με κάποιο πλάνο ή πρόθεση. Έτσι προέκυψε κι έτσι μου βγαίνει.

Φέτος, βρήκα δυο βιβλία συγγραφέων που είχα καιρό στο στόχαστρο και δεν είχα διαβάσει ποτέ: του Γιώργου Σκαμπαρδώνη και του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Οι λόγοι του ενδιαφέροντος συνοψίζονται στα εξής: ο Σκαμπαρδώνης είναι ένας από τους λίγους και συνεπείς διηγηματογράφους, και το διήγημα —σε αντίθεση με την πλειοψηφία των άλλων αναγνωστών— είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος· κι ο Καλλιφατίδης ανήκει στη χορεία των συγγραφέων που με ιντριγκάρουν, γιατί κατορθώνουν και γράφουν —και πετυχαίνουν— σε γλώσσα άλλη από τη μητρική τους.

Εδώ θα πω λίγα για τη συλλογή διηγημάτων του Σκαμπαρδώνη Φάλτσα κεφαλής, που σαν τίτλος δεν μου είπε απολύτως τίποτα ούτε πριν ούτε μετά την ανάγνωση. Είναι απλά μια περίεργη φράση, που, άγνωστο μέσω ποιων συνειρμών, ο συγγραφέας βρήκε ταιριαστή γι’ αυτή τη συλλογή.

Η γραφή του Σκαμπαρδώνη είναι υπερπλούσια σε εικόνες, κάτι που μαγνητίζει τον αναγνώστη. Κάνει χρήση λέξεων αργκό, περιθωρίου ή απλά της υπαίθρου (εξαρτάται από το θέμα), με μια δημοτική που είναι ζωντανή και καθόλου λόγια (αλά Παλαμά ή Καζαντζάκη).

Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και γρήγορα. Αν προσπαθούσα να το κατατάξω θεματικά και υφολογικά, θα έλεγα ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ηθολογικό ρεαλισμό που οριοθετείται γεωγραφικά στη Βόρεια Ελλάδα. Έχει σημασία αυτό (για μένα τουλάχιστον), γιατί, όντας νοτιοελλαδίτης από γεννησιμιού, πάντα αντιμετώπιζα τη Βόρεια Ελλάδα σαν μια ξένη χώρα —όχι με την έννοια της απόμακρης, αλλά με την έννοια του ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος που σου γεννά η περιγραφή ενός ξένου τόπου. Ίσως αυτή η αίσθηση να πηγαίνει πίσω στο πρώτο μου ταξίδι στη Θεσσαλονίκη, στα τέλη του ’70, όπου, βλέποντας τον σιδηροδρομικό σταθμό, υπερμεγέθη και σύγχρονο σε σχέση με τον αθηναϊκό, είχα πράγματι την αίσθηση ότι είχα διαβεί το ευρωπαϊκό σύνορο.

Η ύλη των ιστοριών φαίνεται να προέρχεται από προσωπικές εμπειρίες, αλλά και από τις μικρές ειδήσεις των εφημερίδων στις οποίες δούλεψε για χρόνια ο συγγραφέας.

Η ηλικία του δε (μεγαλύτερος από μένα) τοποθετεί αρκετές από τις ιστορίες πίσω στον καμβά της δεκαετίας του εξήντα, μένοντας κυρίως στον χωροχρονικό διάκοσμό της και όχι στις συναφείς πολιτικές έριδες που έχουν δώσει τροφή σε ορδές άλλων συγγραφέων.

Ένα πράγμα που μ’ ενόχλησε ήταν η επιμονή της εξήγησης: όταν μια ασυνήθιστη λέξη εμφυλοχωρούσε στο κείμενο, ο συγγραφέας αισθανόταν την υποχρέωση να την εξηγήσει, όχι με κάποια υποσημείωση, αλλά μέσα στο ίδιο το κείμενο. Βέβαια, δεν ξέρω αν αυτό γίνεται με συγγραφική ή εκδοτική πρωτοβουλία.

Γενικά, μου άφησε μια ευχάριστη αίσθηση, αυτό το feel-good αίσθημα που δεν εκβιάζεται με φτηνούς συναισθηματικούς χειρισμούς, αλλά κατασταλάζει σιγά σιγά μετά το κλείσιμο του βιβλίου.