Παραθέτουμε το άρθρο του γνωστού συγγραφέα και μελετητή Κώστα Κουτσουρέλη στο περιοδικό του «Νέο Πλανόδιον». Το εξαιρετικό κείμενο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, με κεντρικό άξονα την κριτική στην ελληνική πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα.
Επιγραμματική Περίληψη του άρθρου :
Ο συγγραφέας συνδέει την «ξενογλωσσία» (μέσω της χρήσης ξένων όρων, όπως «servicers» και «funds») με την εθνική υποτέλεια, επικαλούμενος τον Σεφέρη και το «Ελλαδέξ». Υποστηρίζει ότι η απώλεια της γλωσσικής αυτοδιάθεσης συμβαδίζει με την περιφρόνηση των θεσμών από τα «αρπακτικά» των funds.
Μέσα από αναφορές στη Νομπελίστρια Άνν Κάρσον, τον Όμηρο και τον Ροΐδη, ο Κουτσουρέλης ασκεί κριτική στον μοντερνισμό και την «υπερτροφία της μνήμης», υποστηρίζοντας ότι οι επίγονοι συχνά χάνουν την ουσία της παράδοσης που οι πρωτοπόροι γνώριζαν καλά.
Καυτηριάζει την υποκρισία του κράτους (π.χ. τους όρους προστασίας προσωπικών δεδομένων στα φροντιστήρια) και την αναποτελεσματικότητα της ανακύκλωσης , όπου η Ελλάδα έχει κατασπαταλήσει χωρίς επιτυχία απίστευτα ποοσά. Στηλιτεύει τα ΜΜΕ που αποκρύπτουν την αλήθεια, φέρνοντας ως παράδειγμα την έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για την κακή διαχείριση των κονδυλίων του κορωνοϊού.
Παρεμβάλλει σχόλια για τη σχέση Παλαμά-Σοστακόβιτς, την ποιητική του Ηλία Λάγιου (και την κριτική του στη Γενιά του ’70) και την αξία της συλλογικής μεταφραστικής παράδοσης (Εβδομήκοντα, Βυζαντινοί νομικοί, Διαφωτισμός).
Επικαλούμενος τον Κονδύλη, ασκεί κριτική στη γερμανική και γαλλική πολιτική (ιδίως στην εξαμερικανισμένη Ευρώπη) έναντι της Ρωσίας . Στη συνέχεια, επικρίνει την ελληνική εξωτερική πολιτική έναντι της Τουρκίας, κατηγορώντας την κυβέρνηση για έλλειψη στρατηγικής, για εφησυχασμό και για «τακτικισμούς», αντί για ουσιαστική αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής.
Προειδοποιεί για την κυριαρχία των μηχανών bots και AI στο διαδίκτυο, που ξεπερνούν πλέον τους ανθρώπους σε επισκεψιμότητα και περιεχόμενο. Τέλος, συνδέει την οικονομική ανισότητα με την πολιτική αποξένωση και την υποβάθμιση του λαϊκού πολιτισμού.


*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ |
Καιρικά σχόλια από τον
neoplanodion.gr

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)
Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.
Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.
///
«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;
«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».
Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…
Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).
«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»
Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.
///
Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.
ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
///
Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.
Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. Παρδαλόχρωμοι κάδοι παντού, λεπτομερείς οδηγίες, καμπάνιες ενημέρωσης, καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης υποτίθεται, και μεγάλα λόγια από τους πολιτικάντηδες και τους διαφημιστές. Τη στιγμή που το ποσοστό της πραγματικής ανακύκλωσης πρώτων υλών στην Ελλάδα ήταν 3,4% το 2024, και σε όλη την ΕΕ μόλις 12,2%, περίπου όσο και το 2015, που ήταν 11,2%… Οι καταναλωτικές μας κοινωνίες παράγουν όλο και περισσότερα σκουπίδια, μολύνουν όλο και πιο ανήκεστα τον πλανήτη, τα μικροπλαστικά ιδίως έχουν κατακλύσει τα πάντα και πλέον ανευρίσκονται ώς και στον εγκέφαλο των εμβρύων, στις κορυφογραμμές των ορέων και στις αβύσσους των ωκεανών.
Η απαρίθμηση αυτή μπορεί να συνεχιστεί σχεδόν κατά βούληση. Διαφάνεια των κρατικών προμηθειών, αντιμετώπιση της διαφθοράς, περιφρούρηση της δημόσιας υγείας; Περίπου τίποτα από αυτά που πιστεύουμε ότι προστατεύουμε με τις εθνικές νομοθεσίες και τους ευρωπϊκούς μας κανονισμούς δεν προστατεύεται στην πραγματικότητα. Ακριβώς το αντίθετο, ο κυκεώνας των νομικών κειμένων μαρτυρεί το ουσιαστικό αδιέξοδο.
Όμως το μεγάλο ζήτημα δεν είναι καν αυτό το αδιέξοδο. Είναι η ευπιστία του μέσου πολίτη και η βιάση των ΜΜΕ να αποκρύψουν την αλήθεια και να προβάλλουν την προπαγάνδα. Πλέον πρόσφατο παράδειγμα; Στις 20 Οκτωβρίου το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε ειδική έκθεση για την διαχείριση του πακτωλού των κονδυλίων που διατέθηκαν στη διάρκεια του κορωνοϊού, σχεδόν 50 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, στα μέλη της ΕΕ. Οι ελεγκτές πραγματοποίησαν επιτόπιες έρευνες σε 15 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Ποια ήταν τα βασικά συμπεράσματα; Μόλις το ένα τρίτο (33%) των μέτρων που ολοκληρώθηκαν βελτίωσε κάπως την καθημερινή λειτουργία του κράτους. Αντιθέτως, τα κράτη-μέλη ξόδεψαν το 71% των χρημάτων που τους διατέθηκαν σε… «ψηφιακά εργαλεία», γεμίζοντας τις γνωστές τσέπες και αφήνοντας άθικτα τα χρόνια γραφειοκρατικά προβλήματα. Το ΕΕΣ τώρα προειδοποιεί ότι πολλά από αυτά τα έργα κινδυνεύουν να μείνουν ημιτελή ή χρηματοδοτικώς μετέωρα μετά τη λήξη του Μηχανισμού το 2026… Κατά τα λοιπά, οι συνομωσιολόγοι μάς μάραναν…
///
1. Παλαμάς και Σοστακόβιτς
Το ποίημα «Εμπρός» το γράφει ο Παλαμάς στις «28 του Τρυγητή [=Σεπτεμβρίου] 1912». Ήταν ποίημα κατά παραγγελία, όπως σημειώνει, «Ζητημένο από το μουσικό Καλομοίρη για να βαλθεί στη μουσική του». Μελοποιήθηκε όμως και από τον συνθέτη Αλέκο Ξένο, σε χρόνια δύσκολα, το 1944. Αυτή την μελοποίηση είχε υπ’ όψιν ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς και την χρησιμοποίησε στον κύκλο των τεσσάρων «Ελληνικών τραγουδιών» του που έγιναν γνωστά μόλις τη δεκαετία του 1980, δέκα και περισσότερα χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο Σοστακόβιτς υποτιτλίζει το παλαμικό άσμα ως «Τραγούδι της Ελληνικής Αντίστασης». Τα υπόλοιπα τρία τραγούδια του κύκλου διασκευάζουν παραδοσιακούς σκοπούς και τον Ύμνο του ΕΛΑΣ.