
Αναμνήσεις μου από την -όχι και τόσο – παλιά Αθήνα.
“Όταν στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του 90 περνούσα καθημερινά στο μεσημεριανό διάλειμμα από έναν μικρό αλλά κεντρικό πεζόδρομο με εστιατόρια είχα βάλει ένα στοίχημα προσωπικό: πόσες φορές θα μέτραγα στα σερβιρισμένα πιάτα το μαύρο συνονθύλευμα από σουπιές με την ανάλογη οσμή αλλά και πόσες φορές θα άκουγα από τα μπουκωμένα στόματα που έσταζαν λίγο μελάνι, μια λέξη που μετρούσε δραχμές ακόμα τότε, σε εκατομμύρια.
Αυτά όλα βέβαια δεν ήταν μόνο ορατά, αλλά κι αντιληπτά μ΄άλλες αισθήσεις και όλα τους μαζί, την εποχή που η φαντασίσωση ήταν οι τζούφιες μπίζνες πάνω σε Ευρωπαϊκά κονδύλια, δημιουργούσαν ένα μοναδικό συναίσθημα, αηδία, και σε παρόμοια ένταση τη βεβαιότητα πως σωτηρία δεν υπήρχε.
Τα φαινόμενα αφορούσαν στον επιχειρηματικό -κατ΄ευφημισμόν– τομέα και φυσικά προϋπέθεταν και το ανάλογο ύφος στη πολιτική και στη διοίκηση. Άνθρωποι κάθε κομματικής χροιάς έπιναν αγκαλιασμένοι καφεδάκι σε παρακείμενο καφέ. Καρνέ απλωμένα δίπλα στα φλυτζανάκια όπου σημειώνονταν συναντήσεις με την πένα τη σινιέ οι κύριοι, και οι κυρίες με τεταμένα τα περιποιημένα άκρα τους από τις μανικιουρίστες που μεσουρανούσαν ως start up επάγγελμα.
Οι βίζιτες όπως και οι προστάτες την εποχή εκείνη κινούντο ακόμα πίσω στο παρασκήνιο σαν πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες.
Αυτά τα λίγο ή πολύ γνωστά φαινόμενα μπορούσες να τα δεις, να μυριστείς και ίσως ψαχουλευτά να τα αποκωδικοποιήσεις κάπως. Ότι τα ίδια και ανάλογα όμως διαμείβονταν στα μουλωχτά και καλυμμένα και στις εκδόσεις, στη λογοτεχνική παραγωγή ή κάποια κρατικά αξιώματα περί το πνεύμα, αυτό κανείς δεν το ομολογούσε. Δεν ανέδιδε ψαρίλα, δεν μασουλούσε πούρα της Αβάνας. Τα πουρμπουάρ και τα δωράκια κινούνταν κάτω από το τραπέζι μαζί με τα περιστασιακά χουφτώματα ανάμεσα από ζαρτιέρες κι από σάρκα. Δεν ήταν χτυπητά ούτε το πάρε δώσε και θα ξαναπάρεις, το διαίρει και βασίλευε και η αναρρίχηση:
Σε βάθρο τριών θέσεων, δόξα και χρήμα και πάνω πάνω να λάμπει το επερχόμενο σαν αστέρι, το ευρώ, το ευρώ!
Ως διερχόμενη και μόνο από το σκηνικό αυτό, ανάμεσα σε θέατρο σκιών, παράλογο ή πιο καλά ακόμα, τσίρκο, η αδαής, ακόμα νέα και αθώα, έσφιγγα μες την τσάντα μου τα λογοτεχνικά βιβλία, πιστεύοντας πως δεν θα έπαυαν ποτέ να αποτελούν το ασφαλές μου καταφύγιο.
…”Παρέξ ελευθερία και γλώσσα” και ξύπνησα μετά
(Το κείμενο είναι ό,τι απέμεινε από την απόπειρα γραφής μιας κριτικής ανάγνωσης που δεν ολοκληρώθηκε. Διαπιστώνοντας ωστόσο πως δεν υστερεί, ακόμα και ως ρετάλι σε επικαιρότητα, είπα να το ρίξω εδώ για ανάγνωση πριν το απορρίψω στα ηλεκτρονικά σκουπίδια.)















