Σύμφωνα με μια εξυπνάδα, που αποδίδεται στον Μπίσμαρκ, κανείς δεν πρέπει να αναρωτιέται πώς παρασκευάζονται τα λουκάνικα και πώς καταστρώνονται οι νόμοι∙ για τον ίδιο λόγο. Θα έλεγα ότι μπορούμε να προσθέσουμε εδώ το Αναλυτικό Πρόγραμμα του Σχολείου. Είναι ένα ζήτημα που δεν συζητάμε σχεδόν ποτέ, που καθορίζει τον ρυθμό του Σχολείου, αλλά τίθεται εξωτερικά αυτού, που απέναντί του ο ανθρώπινος παράγοντας της Εκπαίδευσης (τα παιδιά και οι Εκπαιδευτικοί) μπορεί να είναι μόνο ανεπαρκής. Είναι, πράγματι, μεγάλη η ευκολία να ρίξουμε το βάρος των μέτριων ή κακών επιδόσεων (συνήθως οι καλές επιδόσεις μένουν, κακώς, ανεξέταστες) των παιδιών στα ίδια τα παιδιά. Το παιδί κρίνεται ότι μπορεί να «θέλει περισσότερο διάβασμα», να «μην έχει τέτοια κλίση», και σε ορισμένες θλιβερές περιπτώσεις δασκάλων να «μην παίρνει τα γράμματα». Από την πλευρά των γονέων, συνήθως οι ευθύνες αποδίδονται με την ίδια ευκολία στους εκπαιδευτικούς, που «είναι αδιάφοροι», «δεν έχουν μεταδοτικότητα», και συχνότατα είναι απλά «τεμπέληδες του Δημοσίου».
Κι όμως! Αν κάναμε για μια στιγμή τον κόπο να ρίξουμε τον φακό μας πάνω στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, ίσως ένα μεγάλο μέρος αυτών των κατηγοριών να έχανε με μιας την εξηγητική του αίγλη. Πώς θα μας φαινόταν, δηλαδή, εάν διαπιστώναμε ότι το παιδί που «δεν τα καταλαβαίνει», πολύ απλά έχει να αφομοιώσει κάτι για το οποίο δεν διαθέτει ακόμη τα εργαλεία; Το να αναθέτεις σε οποιονδήποτε άνθρωπο εργασία υπονομεύοντάς την και χωρίς να του παρέχεις τα κατάλληλα για αυτή εργαλεία, στο μυαλό μου είναι ο ορισμός του καψονιού. Στην πραγματικότητα θα διαπιστώναμε ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να «διδάσκει» αποτελεσματικά ένα μόνο πράγμα: την αίσθηση της ανεπάρκειας.
Μια καλή συναδέλφισσα μου έλεγε τις προάλλες ότι το παιδί της δυσκολεύεται στην κατανόηση της έννοιας της πυκνότητας, που εισάγεται στην Ε’ Δημοτικού. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, το παιδί έχει ήδη κατανοήσει την έννοια της μάζας (διαβάζω τον ορισμό του σχολικού βιβλίου: «Η μάζα ενός σώματος εκφράζει το ποσό της ύλης από το οποίο αποτελείται. Μονάδα μέτρησης της μάζας είναι το χιλιόγραμμο ή κιλό (1 Kg)» και ήδη αισθάνομαι περίεργα) και την έννοια του όγκου (στο ίδιο βιβλίο: «Όγκος ενός σώματος ονομάζεται ο χώρος που αυτό καταλαμβάνει. Μονάδα μέτρησης του όγκου είναι το κυβικό μέτρο (1 m3)»). Ορίστε! Αφού μάθαμε για το «ποσό της ύλης» (σε τι μετριέται η «ύλη», αλήθεια;), αφού μας είπαν τους ορισμούς και μας έδωσαν και τις μονάδες, τώρα είμαστε έτοιμ@ να προχωρήσουμε σε μια σύνθετη έννοια: «Η πυκνότητα ενός σώματος εκφράζει την ποσότητα μάζας του σώματος στη μονάδα του όγκου. Μονάδα μέτρησης της πυκνότητας είναι το χιλιόγραμμο ανά κυβικό μέτρο (1 Kg/m3)». Προφανώς στο μυαλό των ενηλίκων που προτείνουν αυτή την πορεία, όλα αυτά είναι απολύτως λογικά και αφομοιώσιμα από το παιδί της Ε’ του Δημοτικού. Είναι;
Η απάντηση είναι όχι. Στην ηλικία αυτή, το παιδί δεν μπορεί ακόμη να λειτουργήσει πλήρως αναφερόμενο σε έννοιες και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να χειριστεί συνθέσεις και παραγωγές. Το «Kg/m3» είναι κάτι που κάποια παιδιά, επειδή πατάνε σε διαφορετικές ταξικές βάσεις και ενδεχομένως έχουν τη δυνατότητα προσωπικά υποβοηθούμενης εξάσκησης, μπορούν να χειριστούν σε επίπεδο μιας άσκησης, αλλά χωρίς να το καταλαβαίνουν ακόμη. Αυτό αρκεί για το σύστημά μας. Στην πραγματικότητα, αναμένουμε από το παιδί προχωρώντας στο επόμενο επίπεδο να βάλει «στον αυτόματο» τη χρήση αυτής της έννοιας (η κατανόηση πήγε ήδη περίπατο) και να προχωρήσει σε πιο σύνθετες. Τα περισσότερα παιδιά είναι καταδικασμένα να περάσουν κάτω από αυτόν τον πήχη. Ακόμη και εκείνα που θα τον περάσουν, όμως, συσσωρεύουν junk γνώση (εδώ είναι σαφές ότι διαφωνώ με την στερεοτυπική «αριστερή» περιγραφή, σύμφωνα με την οποία εντός του καπιταλισμού η μόρφωση είναι προνόμιο των υψηλών τάξεων∙ σύμφωνα προς τα παραπάνω θεωρώ ότι το ουσιώδες στοιχείο της αστικής εκπαίδευσης είναι η επιβολή της αμορφωσιάς, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα των παιδιών των ανώτερων στρωμάτων να γεμίζουν το μυαλό τους με πληροφορίες και τα βιογραφικά τους με πιστοποιητικά και διπλώματα).
Έχω πολλές φορές (από μικρό παιδί) και με κάθε ευκαιρία κατηγορηθεί ότι «είμαι όλο θεωρία» και μάλιστα θεωρία που «δεν εφαρμόζεται». Αναρωτιέμαι, βέβαια, για ποιο λόγο κανείς δεν καταφέρεται εναντίον εκείνου «που εφαρμόζεται» και το οποίο έχει καταστρέψει κόσμο και κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, για να μην κάνω ντρίμπλες, ας επιστρέψουμε στην πυκνότητα, μπας και πούμε κάτι που δεν θα είναι «όλο θεωρία». Σύμφωνα προς τα παραπάνω, η μάζα, ο όγκος, η πυκνότητα, έτσι όπως τίθενται στο αναλυτικό πρόγραμμα δεν αντιστοιχούν στην ανάπτυξη των παιδιών του Δημοτικού. Σημαίνει μήπως αυτό ότι θεωρώ ότι τα παιδιά του σύγχρονου κόσμου είναι καταδικασμένα σε ένα ρυθμό αργό, όπου πχ θα μαθαίνουν για την πυκνότητα στην ηλικία των 25; Κάθε άλλο. Η άποψή μου είναι ότι με τον κατάλληλο τρόπο, την κατάλληλη προσέγγιση, είναι δυνατή κάποια σημαντική αφομοίωση της ουσίας αυτών των μεγεθών σε ακόμη μικρότερη ηλικία. Η προσέγγιση αυτή είναι αυτή της σωματικής δραστηριότητας. Ο άνθρωπος κατανοεί τον κόσμο («επιτίθεται στον κόσμο», θα έλεγε ο Δάσκαλος) μέσω της δραστηριότητάς του, μέρος της οποίας είναι η νόηση. Στο Σχολείο μας (και γενικά στον καπιταλιστικό μας παράδεισο) η νόηση τίθεται ως εξωτερική της δραστηριότητας και μάλλον προαπαιτούμενη. Στο Σχολείο μας (και γενικά στον καπιταλιστικό μας παράδεισο, όπου διατηρεί τη διάκριση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας) η νόηση είναι μια αυτονομημένη ανωτερότητα. Στην πραγματικότητα, η νόηση είναι αναπόσπαστο μέρος της δραστηριότητας, πρόκειται για ένα όλο. Το σύστημα που θεωρεί ότι η διδασκαλία της έννοιας της πυκνότητας περιστρέφεται γύρω από το «Kg/m3» έχει αποσπάσει μηχανικά και με βία τα δυο συστατικά του όλου και η βία αυτή μεταφέρεται στο παιδί ως πίεση.
Πίσω στη σωματική δραστηριότητα. Ισχυρίζομαι ότι μέσα από την κατάλληλη οργάνωση του προγράμματος από τους/τις εκπαιδευτικούς τo παιδί είναι σε θέση να αφομοιώσει τις έννοιες που συζητάμε εδώ ήδη από το Νηπιαγωγείο. Ένα σχολείο που οργανώνει τη δημιουργική δραστηριότητα (το παιχνίδι ακόμη!) με τα διάφορα φυσικά αντικείμενα έχει βάλει ήδη τις βάσεις για την κατανόηση της μάζας. Το παιδί πρέπει να πιάσει το αντικείμενο, να το περιεργαστεί, να προσπαθήσει να το αλλάξει πιέζοντάς το, πετώντας το, θερμαίνοντας και ψύχοντάς το. Το παιδί πρέπει να παίξει με τις ώρες με τα διάφορα δοχεία πριν αντιληφθεί τον όγκο, πρώτα ως σχέση με τον χώρο στον οποίο δρα, έπειτα ως χωρητικότητα. Οι δραστηριότητες που θα στοχεύσουν στη σύνθεση των δύο, οι συγκρίσεις, οι ζυγίσεις κλπ, θα κάνουν το πέρασμα πρώτα απ’ όλα στην ανάγκη μιας νέας έννοιας φυσικό, πολύ πριν οι εκπαιδευτικοί κάνουν λόγο γι’ αυτή τη νέα έννοια. Σαν θα έρθει η ώρα για την εισαγωγή του «Kg/m3», που μπορεί να είναι στην Ε’ Δημοτικού ή αργότερα (δεν θα έχει σημασία), αυτό το «Kg/m3» θα δώσει άλλο (εννοιακό) χαρακτήρα σε εκείνο που το παιδί ήδη θα έχει αναπτυγμένο μέσα του.
Αυτό που κρύβεται στα όσα λέω είναι η επιμονή μου στον σωματικό και παιγνιώδη χαρακτήρα της διδασκαλίας των φυσικών επιστημών (ανάλογα θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε και τα υπόλοιπα πεδία) στο Νηπιαγωγείο, το συνδυασμό του με την πρώτη αναφορά σε έννοιες στο Δημοτικό, την αποκλειστικά μέσω πειραμάτων και συναφούς θεωρίας διδασκαλία στο Γυμνάσιο και, τέλος, την 50-50 διδασκαλία στο Λύκειο, με την εισαγωγή θεωρίας και ασκήσεων και τον χειρισμό εννοιών. Είναι βέβαιο ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη δραστική μείωση της «διδακτέας ύλης». Στην εποχή μας, του πληθωρισμού του ανούσιου, η αύξηση της διδακτέας ύλης θεωρείται ως τεκμήριο αποτελεσματικότητας και όποια πρόταση για μείωσή της λαμβάνεται ως υποταγή στη «λογική της ήσσονος προσπάθειας» (έχω μια αλλεργία στις αρχαιούρες, αλλά περισσότερο έχω αλλεργία στους τύπους που μιλούν περί «ήσσονος προσπάθειας» ενώ συνήθως είναι κάτι ντενεκέδες που κάνουν βάρδια προπαγάνδας και πληρώνονται με ζεστό κρατικό χρήμα). Να μειωθεί η ύλη, να εστιάσουμε στην ουσία και την κριτική κατανόηση των πραγμάτων, να επιτρέψουμε στα παιδιά να γνωρίσουν τον κόσμο με το σώμα τους, πράγμα που αυτόματα σχεδόν καταργεί στην πράξη το όποιο ταξικό προνόμιο (όσοι συνάδελφοι/ισσες δουλεύουν στο εργαστήριο, ξέρουν ότι πάνω στο πείραμα η κλίμακα των επιδόσεων αλλάζει και συχνά αντιστρέφεται, ότι πάνω στο πείραμα κινητοποιούνται γνήσια παιδιά που απέναντι στην χαρτοεπιστήμη στέκονται αδιάφορα), να βάλουμε τις βάσεις για μια εκπαίδευση που θα επιτρέπει στο παιδί να μάθει τον κόσμο μετασχηματίζοντάς τον, αν θέλουμε να ελπίζουμε σε ανθρώπους που θα μετασχηματίσουν τον κόσμο (αυτό είναι η ουσιώδης ανθρώπινη δύναμη, άλλωστε).
Ένα πολύ συνηθισμένο παράπονο των συναδέλφων/ισσών μου είναι τούτο: πώς γίνεται και παιδιά που αριστεύουν στις Πανελλαδικές (μην αρχίσω τώρα για δαύτες…) να δείχνουν αδυναμία κριτικού χειρισμού βασικών εννοιών; Ε, δεν ξέρω, είναι σωστό να απαιτούμε από το παιδί να θεραπεύσει έτσι από μόνο του αυτό το οποίο τίθεται ως νόμος χαραγμένος σε γρανίτη, δηλαδή η απόσπαση της έννοιας από το υλικό της περιεχόμενο, η απόσπαση της έννοιας από την ανθρώπινη δραστηριότητα της οποίας η έννοια αποτελεί ιδεατή μορφή; Αν αυτό που ζητάμε από την Εκπαίδευση είναι μια σωστή απάντηση σε κάποια άσκηση με το «Kg/m3», αν αυτό που ζητάμε από την Εκπαίδευση είναι «το να μάθουν τα παιδιά να εφαρμόζουν ένα σετ οδηγιών, έναν αλγόριθμο» (όπως μας έλεγε κάποτε ένας καθηγητής μας στη Διδακτική…), τότε είμαστε σε καλό δρόμο. Κι όποια παιδιά δεν τα καταφέρνουν, εντάξει, ας πάνε στα φροντιστήρια ή ας κρίνουμε ότι «δεν τα παίρνουν». Ή μήπως υπάρχει κι άλλος δρόμος;












Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.