ΚΙΚΟΝΩΝ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ
(Ίσμαρος)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
1. Ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη
2. Κικόνισσες
3. Κίρκη
4. Ελπήνωρ
5. Καλυψώ (αθανασία)
6. Ναυσικά• ο τελευταίος πειρασμός
7. Ο έρωτας του Οδυσσέα
Ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη
Έχετέ µε παρητηµένο,
εµένα τον βαρεµένο,
τον άρχοντα της σφαλιάρας,
τον ποιητή της φανφάρας.
Οµιλώ, δε µ’ ακούτε·
συγγράφω, µε γράφετε·
σας γράφω λοιπόν κι εγώ στα µελάνια µου,
στα µακρυµάνικα καφτάνια µου.
Στο ‘πα· είµ’ απ’ τη Θράκη, Εκδόσεις Γιαννελάκη.
Τι ζητάς στην Κρήτη µε το Μήτσο τον αλήτη;
Όλοι οι δρόµοι οδηγούνε στη Ρώµη,
κι όλου του κόσµου οι βλάκες
οδηγούνται στις Θράκες.
Τόση βλακεία που κουβαλάς,
στη Θράκη στο τέλος κι εσύ θα πας.
Μ’ είπες να πάµε στη Νιό,
να ζήσουµε το µεγάλο χαµό,
κι εγώ ο έρµος σε πίστεψα.
Τα βόδια µου έζεψα,
στο λιµάνι ξεπέζεψα,
µα ακόµα περιµένω τα πλοία.
Γαµηµένα αιδοία·
µ’ άλλους στη ζωή αγαπιέστε
και µ’ άλλους στις παραλίες πηδιέστε!
Όπου λιµάνι και φάρος,
όπου καράβι και γλάρος,
όπου γυναίκα και ψέµα,
όπου Ερατώ και αίµα.
Η παιδική σου αφέλεια
λειτουργεί στην εντέλεια
και σ’ οδηγεί στη Σύρο·
αχ, µικρή µου κακοµοίρω.
Μικρό µου κοριτσάκι,
ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη·
στη Μαρώνεια µόνον ήπιε ένα κρασάκι.
Γεννήθηκε και ξαναγύρισε
στην ξελογιάστρα την Ιθάκη,
στους µνηστήρες να τα πει
ένα χεράκι.
Ίσμαρος
«Κικόνισσες»
Είκοσι πλοία
σε σκουριασμένο αραξοβόλι·
εκτός τειχών
Κικόνισσες χορό ξεδιπλώνουν,
γυναίκες όμορφες,
κοκκινομάλλες,
προσκυνούν τη γη που κάρπισε
και φέτος ευγνωμονούσες.
Γη,
μήτρα·
πλούσια τα έλαιά της,
μα και το στάρι
και το κρασί,
και τα παιδία παίζει εκεί σιμά,
κι άλλα βυζανιάρικα ακόμα
κρέμονταν στις φούστες των μανάδων
κι έσκυβαν θηλάζουσες λεχώνες.
Καμάρωναν οι Κίκονες
γυναίκες, γιους και κόρες.
Όνοι και ημίονοι
φορτία έσερναν προς το λιοτρίβι,
εντός τειχών
χτίσματα σκαλιστά,
κοντά σε λαξευτούς ληνούς·
πετράδες ξακουστοί —
Κύκλωπες θαρρώ πως ήταν.
Ξώμακρα και πίσω,
αείδοντες Σαπαίοι
«Δώ στα λιανοχορταρούδια»,
όταν αλαλαγμοί στεντόριοι,
γιούργια των Αχαιών,
Ούτινος προπορεύοντος,
κραδαίνοντας μαχαίρια και σπαθιά·
ηδονή και πείνα είπαν πατριωτισμό,
πως ήταν σύμμαχοι των Τρώων.
Πόσα κατσίκια έσφαξαν,
πόσες παρθένες βίασαν —
κι οι Κίκονες εχάλασαν πολλούς —
μα κείνος ο τραγόπαπας,
Μάρων ο προδότης,
τρία καντάρια μάλαμα,
δώδεκα γιοματάρια αίμα,
τρύγους των αλωνιών
και τις πόρνες κόρες του,
βορά να ξεδιψάσουν
σκατόψυχους βωμούς των Αχαιών.
Ίσμαρος
Κίρκη
Βασιλείς και αυτοκράτορες,
παρέλαση μορφωμένων ρεμαλιών,
μπουχτισμένοι της ανίας,
κυνηγοί της ντοπαμίνης —
ποιος τη λαγνεία σας θα εξαγνίσει;
Κίρκη μάγισσα,
πώς να ξεδιψάσει το λάγνο σου κορμί;
Ποικίλα ζώα το μαντρί σου,
κάθε βράδυ
διαφορετική ανατομία δοκιμάζεις.
Ανακάλυψες
κρυφές τις χάρες κάπρων,
βαρέθηκες Σάτυρους και Κάβειρους —
ηδονή καμμία τώρα πια.
Τα περί θεϊκών
ήταν παραμύθια,
το γνώρισες καλά.
Κι ήρθε ο Οδυσσέας,
«το πιο γλυκό πουλί της νιότης»,
να νανουρίσει τ’ όνειρό σου,
να καταρρίψει μύθους κι ουτοπίες·
εκτός απ’ το ζωώδες
ζει κι η ανθρώπινη πλευρά.
Τώρα πώς έγινε
τρεις τοκετοί το δωδεκάμηνο —
μόνον αι σύες ξέρουν.
Ίσμαρος
«Ελπήνωρ»
Κι ω Οδυσσεύ, παρακαλώ σε κι εξορκίζω,
σαν φύγεις από δω στην Αία,
πισωγύρισε σ’ αυτό το σταυροδρόμι
που σκοτώθηκα,
όταν τους φωτεινούς του Δία παραβίασα.
Ήταν πολύ που ήπια το κρασί,
δεν πρόσεξα το κόκκινο φανάρι.
Εγώ που ήμουν κωπηλάτης άκοπος,
τόσα θυμωμένα πελάγη σε γλίτωσα,
τσακίστηκα, ο έρμος,
της γέφυρας τα στήθια,
την Κίρκη στη σέλα μου γραμμένη
και λίγο παραπάνω.
Ακόμη με ψάχνει η μάνα μου,
κανείς άλλος δεν ξέρει
πού είναι αυτή η ερημιά.
Απάνω στη βιασύνη σας,
στη μοίρα σας απάνω
μ’ εγκαταλείψατ’ άταφο.
Και σα με κλάψει η δόλια μου,
το σώμα μου να κάψετε πάνω στην πυρά,
το ξόδι μου πληρώσετε σε γραφείο φημισμένο του Ερμή,
ένα ναΐσκο στήστε εκεί
σιμά στ’ ακρόποδα της Αίτνας,
κι ένα μαρμάρινο κουπί
να βλέπουν όσοι προσπερνούν —
ένας ακούραστος Σταχάνοφ,
το μεθύσι με παρέσυρε
σε σκοτεινές του Άδη λησμονιές.
Κι ω τέλος σου ζητώ,
φύτεψε μια πυρακανθιά
πλάι στο εκκλησάκι,
να έρχονται οι κότσυφες
γλυκά να κελαηδούν
καθώς μεθούν το άρωμα των κόκκινων καρπών της.
Ίσμαρος
«Ναυσικά· ο τελευταίος πειρασμός»
Και συ, ω Ναυσικά, στητή και λυγερόκορμη,
στάθηκες τη μπαλκονόπορτα,
έπεφτε φως της δύσης στα μαλλιά σου,
κι ως φώτιζε το πρόσωπό σου ο λύχνος του Αλαδίνου,
έκρυβε τ’ αναψοκοκκινισμένα χείλη σου
τον πόθο για τους γραμμωτούς του Οδυσσέα·
ένστικτο σ’ οδηγούσε.
Έρωτας, δεν ήξερες· μόνον είχες ακουστά.
Ικέτεψες, «ω ξείν, μη με λησμόνει».
Μα εσύ δε γνώριζες πως
ο ήρως σ’ ερωτεύτηκε είκοσι χρόνια πριν.
Άργησες, καλή μου Ναυσικά.
Τούτος εδώ μάτια γι’ άλλην δεν έχει
παρά για τη γυναίκα του —
μα η εικόνα στο μυαλό του
όταν εκείνη έφηβη· δεκαετίες πάνε.
Κι αν είχε δει το πόσο τώρα γέρασε,
ίσως αυτός ο πειρασμός να νίκαγε το νόστο.
Είσαι μικρή και άδολη·
δεν πρόσεξες πως
αποφεύγει κατάματα να σε κοιτάξει;
Και τώρα θα πάει στην αίθουσα του θρόνου,
ψηλά στο θεωρείο των επίσημων,
άριες του Δημόδοκου ν’ ακούσει
κείνη την όπερα την ξακουστή,
το «Δούρειο ίππο».
Άστον να κλάψει, Ναυσικά·
μόνο να ξέρεις
τα δάκρυά του τα καυτά
για το μαρμάρινο κορμί σου —
ο τελευταίος πειρασμός
που δεν πρόκειται ν’ αγγίξει.
Θα πει για περιπέτειες,
τι και τι δεν πέρασε μέχρις εδώ να ‘ρθει,
για σένα όλα θα τα πει,
και για τον εαυτό του άλλοθι γυρεύει —
μπερδεύτηκε.
Εσύ ο νόστος ή η Ιθάκη του;
Ίσμαρος
Ο έρωτας του Οδυσσέα
«Γκριζοπράσινα φύλλα»
ριγµένα στο νυφικό µας κρεβάτι.
Κοτσύφι·
µε το λαµπερό του φτέρωµα,
το ξακουστό του κελάηδηµα,
πόσα χρόνια ναυαγός του έρωτα
εσένα, κοτσυφίνα µου, αποζητούσα;
Ετούτη την ελιά· σε γόνιµη γης.
Εδώ·
φιλί το φιλί,
κλαράκι το κλαράκι,
χτίσαµε τη φωλιά µας.
Έρωτας ο καρπός της κοιλίας σου,
λάδι στο καντήλι·
στους αιώνες θα φέγγει τις φοβίες των ανθρώπων,
µύρον υγραίνει τα χείλη,
τα κορµιά των ερωτευµένων.
Και συ, αγαπηµένη Πηνελόπη,
πρόσταξες να ξεριζώσουν την καρδιά µου,
να µεταφέρουν στο χαγιάτι
την κλίνη αυτή που νίκησε
Τρώες,
Ποσειδώνες,
µνηστήρες,
µια καρδιά ηττηµένη
από έρωτα για σένα;
Ας είναι όµως·
αυτό που θέλεις, να γενεί·
κι ας ο δικός µου νόστος ήταν ετούτη η φωλιά.
Γεµάτο τραύµατα το κορµί µου,
λες και τη µοίρα διαφεντεύει από τότε
—κείνο το κάθαρµα—
ο θείος µου Αυτόλυκος.
Σβήσε τώρα το φεγγάρι
και ας
τα χνώτα κι η ανάσα σου
γιάνουν την Ιθάκη µου.
Ίσμαρος