Στο Γιώργο Καναβό

78. Στο Γιώργο Καναβό

Απομεινάρι της νιότης,

της σάρκας στρατιώτης.

Σε συνάντησα στα θρανία,

στης Θάσου τα καφενεία.

Σε θυμάμαι ν’ αγορεύεις,

καυτά κορμιά να γυρεύεις,

την ηδονή ν’ αγαπάς,

τη νιότη σου να τσιγκλάς.

Πολλούς τόπους πέρασες,

μύριες αγάπες, τις ξέχασες.

Στους Γαλατάδες άραξες,

τα όνειρά σου φύτεψες,

στη θάλασσα τά ‘πνιξες.

Την ψυχή σου πλανεύεις

άλλων τα όνειρα παγιδεύεις.

Γερνάς και φοβάσαι,

μη μόνος με την ανάσα σου

τις νύχτες κοιμάσαι.

Την αγάπη αναζητάς

πληρώνοντας μ’ ενοχές.

Πού πάς;

Πού πατάς;

Ζεις, στου μυαλού σου τις εποχές.

Δεν ξέρω πώς κλαις.

Δεν ξέρω πώς πονάς.

Δεν ξέρω πού φταις.

Δεν έμαθες ν’ αγαπάς;

Μόνο τον εαυτό σου.

Μόνο το πλευρό σου.

Γαμώ το στανιό σου

σκέψου μια φορά μόνο,

Μεσογειακέ εραστή,

πόσο έσπειρες πόνο

να θερίσεις ηδονή.

Σε ζηλεύω Καναβέ!

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του ΒΑΛΤΟΥ

                                      ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

                           του     ΒΑΓΓΕΛΗ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗ

                                    ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΥΓ. 1

1. Αμφιάλη Άκρα

2. Γέρανος

3. Η γέφυρα των στερνών 

ΥΓ. 2

1. Περήφανο σαν χελιδόνι 

2. Η οφειλή

3. Βαθυστόχαστες ουτοπίες 

ΥΓ. 3

1. Χωρίς χέρια

ΥΓ. 1

Αμφιάλη Άκρα

Ποτέ μην αποθηκεύεις τα όνειρά σου

σε σφραγισμένες φιάλες·

κάποτε θα σπάσουν.

Άνοιξε το στόμιο και πιες

πριν τη θραύση του χρόνου.

Ποτέ δεν μπορείς να μιλήσεις

για κάποια ψυχή

που το περιεχόμενό της δεν γεύτηκες.

Μην τρέφεις αυταπάτες·

δεν χορταίνουν τα μάτια

το γλυπτό που δεν άγγιξε η αφή.

Ίδια ταξίδια και διαδρομές,

πάντα μοναχός,

μόνη παρέα το «δεν πρέπει».

Πάντα κατοικώ στα γνωστά μέρη

που εσύ για κάποιο λόγο δεν επισκέπτεσαι.

Δεν κοστίζει τίποτε το φιλί μου.

Αντιθέτως, η φυλακισμένη μου ψυχή

στου κόσμου τα «μη» και «πρέπει».

Άγγιξε τα χείλη σου το στόμα της φιάλης

κι αγόρασε με φιλιά την ψυχή μου.

Ό,τι έχεις να δώσεις, χάρισέ το·

ειδάλλως, παράτησέ το·

και μη φοβάσαι· εγώ δεν πίνω ποτέ.

—

Γέρανος

Στο πέλαγος ναυάγησα,

ξεβράστηκα στη Δήλο

και αυτομαστιγώθηκα

τον ζωστήρα της Λητούς

που λησμόνησες την Άκρα Γη,

κι ας τόσο πόθησα

να χορέψουμε τον Γέρανο,

αγκαζέ κι αντικρυστά,

σε λαβύρινθο του Απόλλωνα.

Κι ω, θεέ του έρωτα,

τούτο τον παραλογισμό

θέλω να ξαναζήσω·

το πυρωμένο της κορμί,

φωτιά που θα με κάψει,

μα τούτη τη φορά

στάχτες να μη με κάνει.

Και θέλει πολύ ακόμα·

αντί τη Φραγκοσυριανή

σε δίπατο παλάτι,

για το Χατζηκυριάκειο

και την ισόγεια Ιθάκη.

Όσα ταξίδια έκανες

κι όσα ακόμα κάνεις,

η ζωή

στον νόστο σε γυρνάει,

τα παιδικά σου χρόνια,

κι ας ήσουν (κι ίσως ακόμα είσαι) ενδοτική

«στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα».

Δίνη το ψέμα·

παρασέρνει πολλούς

σε βυθούς κι αφανισμούς.

—

Η γέφυρα των στερνών

Τα στερνά τιμούν τα πρώτα·

τα πρώτα ήταν υπέροχα,

μα τα στερνά πικρά.

Δεν έχω πόνο, πέρασε·

μ’ αυτή η πίκρα που με κέρασες,

ποτέ.

Σκέψου πως

οσάκις το μυαλό στα πρώτα φτερουγίζει,

να διαβεί πρέπει τη γέφυρα των στερνών,

μια γέφυρα πικρή και λαβωμένη.

Η γραφή είναι αλλιώς.

Εγώ δε δικάζω ή καταδικάζω σε,

δεν το μπορώ αυτό.

Κι αν ακόμα το δικαίωμα είχα,

ίσως σε αθώωνα λόγω ελαφρυντικών,

πρότερου βίου και τέτοια πολλά θα έβρισκα.

Η ζωή τα κάνει αυτά.

Μη λοιπόν ξανακαλέσεις με·

πόση πίκρα μπορεί ν’ αντέξει αυτή η γέφυρα,

κι αν καταρρεύσει, πώς εγώ θα επισκέπτομαι τις αναμνήσεις;

Η γραφή είναι αλλιώς.

—

ΥΓ. 2

Περήφανο σαν χελιδόνι

Σ’ αυτό τον κόσμο τον πολύφωνο

χελιδόνι εγεννήθηκα.

Περίτεχνος χτίστης, ξακουστός,

ταπεινά και σιγανά πετώ,

στους βάλτους έρχομαι, στις ρεματιές

και πλάθω σβώλους λασπερούς

συνοδεία της φωνής των αηδονιών.

Της αρμονίας μύστες

επί χάρτου εσχεδίασαν το σύμπαν.

Περήφανα κι απέριττα να πω

αυτό τον κόσμο με πηλό

χτίσαμε μεις τα χελιδόνια

πάνω σε σχέδια με νότες

που τραγούδησαν τ’ αηδόνια!

Η οφειλή

Όταν ένα ζώο

σκοτώνει άτομο του είδους του

λέγεται κανιβαλισμός.

Όταν το ίδιο ζώο

σκοτώνει άτομο άλλου είδους

λέγεται διατροφή.

Οφείλεις να καταδικάσεις

έναν άνθρωπο που σκοτώνει όμοιό του,

ποτέ όμως ένα λύκο γιατί σκότωσε ένα πρόβατο.

Κι αφού λοιπόν

οι αμυνές σου δεν ήσαν οι ενδεδειγμένες,

χρέος έχεις

να εγκαλέσεις τους δόλιους εκείνους

που με πείνα σκοτώνουν τα παιδιά σου.

Κι αν αυτό δεν κάνεις,

δέχεσαι πως σκύλος είσαι

και τα παιδιά σου κουταβάκια·

πάντα λύκους θα κυνηγάς

και θα βολεύεσαι με ένα ξεροκόμματο.

Βαθυστόχαστες ουτοπίες

Στοχάζεσαι

βαθυστόχαστες ουτοπίες·

γιαπωνέζικα σπαθιά.

Φρούτα και φρουτάκια

τζογάρουν πάνω σε βόμβες

κι άλλοι το ίδιο παιχνίδι με τα κεφάλια μας

διασπαθίζοντες την παγκόσμια αιδώ.

— Ο καρατομήσας

πλείονες τράχηλους

χρυσοστέφεται νικητής·

Κυνηγοί κεφαλών και κεφαλαίων· αγραμμάτων.

Οι αγράμματοι γεννοβολούν ειδήσεις:

«Δείκτης δυτικών κεφαλών, άνοδος.

Δείκτης ανατολικών, μεσανατολικών και σία, κάθοδος· στον Άδη».

Και συ ακόμα γράφεις

βαθυστόχαστες ουτοπίες·

στα πανιά της άνοιας και ανίας σου.

ΥΓ. 3

Χωρίς χέρια

Όταν ήμουν παιδί

έκανα ποδήλατο,

ω, τι ισορροπιστής·

χωρίς χέρια.

Ω, και να δεις πώς σφύριζε ιλλίγγους το πατίνι·

έσπαγα τα μούτρα μου·

χωρίς χέρια.

Διέσχιζα

λασπερούς ποταμούς,

δυσώδεις βάλτους,

βυσσούς καταρράχτες·

χωρίς χέρια.

Σχολείο, οι καθηγητές

εμπράκτως έφεραν αντιρρήσεις

στις αριστερές μου ιδέες

κι ω, ουδέν πα στω!

Κι έτσι προχωρούσα,

χωρίς χέρια.

Κι ω, που μεγάλωσα,

είπα να οδηγήσω τη βολβάρα

χωρίς χέρια.

Έφυγ’ απ’ τον δρόμο κι αναρωτήθηκα:

πώς τόσα χρόνια οδηγούσα τη ζωή μου χωρίς χέρια;

—

Κικόνων Διαθήκη

ΚΙΚΟΝΩΝ ΔΙΑΘΗΚΗ

Ε Κ ΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

(Ίσμαρος)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη

2. Κικόνισσες

3. Κίρκη

4. Ελπήνωρ

5. Καλυψώ (αθανασία)

6. Ναυσικά• ο τελευταίος πειρασμός 

7. Ο έρωτας του Οδυσσέα 

Ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη

Έχετέ µε παρητηµένο,

εµένα τον βαρεµένο,

τον άρχοντα της σφαλιάρας,

τον ποιητή της φανφάρας.

Οµιλώ, δε µ’ ακούτε·

συγγράφω, µε γράφετε·

σας γράφω λοιπόν κι εγώ στα µελάνια µου,

στα µακρυµάνικα καφτάνια µου.

Στο ‘πα· είµ’ απ’ τη Θράκη, Εκδόσεις Γιαννελάκη.

Τι ζητάς στην Κρήτη µε το Μήτσο τον αλήτη;

Όλοι οι δρόµοι οδηγούνε στη Ρώµη,

κι όλου του κόσµου οι βλάκες

οδηγούνται στις Θράκες.

Τόση βλακεία που κουβαλάς,

στη Θράκη στο τέλος κι εσύ θα πας.

Μ’ είπες να πάµε στη Νιό,

να ζήσουµε το µεγάλο χαµό,

κι εγώ ο έρµος σε πίστεψα.

Τα βόδια µου έζεψα,

στο λιµάνι ξεπέζεψα,

µα ακόµα περιµένω τα πλοία.

Γαµηµένα αιδοία·

µ’ άλλους στη ζωή αγαπιέστε

και µ’ άλλους στις παραλίες πηδιέστε!

Όπου λιµάνι και φάρος,

όπου καράβι και γλάρος,

όπου γυναίκα και ψέµα,

όπου Ερατώ και αίµα.

Η παιδική σου αφέλεια

λειτουργεί στην εντέλεια

και σ’ οδηγεί στη Σύρο·

αχ, µικρή µου κακοµοίρω.

Μικρό µου κοριτσάκι,

ο Κανένας δε γεννήθηκε στη Θράκη·

στη Μαρώνεια µόνον ήπιε ένα κρασάκι.

Γεννήθηκε και ξαναγύρισε

στην ξελογιάστρα την Ιθάκη,

στους µνηστήρες να τα πει

ένα χεράκι.

Ίσμαρος

«Κικόνισσες»

Είκοσι πλοία

σε σκουριασμένο αραξοβόλι·

εκτός τειχών

Κικόνισσες χορό ξεδιπλώνουν,

γυναίκες όμορφες,

κοκκινομάλλες,

προσκυνούν τη γη που κάρπισε

και φέτος ευγνωμονούσες.

Γη,

μήτρα·

πλούσια τα έλαιά της,

μα και το στάρι

και το κρασί,

και τα παιδία παίζει εκεί σιμά,

κι άλλα βυζανιάρικα ακόμα

κρέμονταν στις φούστες των μανάδων

κι έσκυβαν θηλάζουσες λεχώνες.

Καμάρωναν οι Κίκονες

γυναίκες, γιους και κόρες.

Όνοι και ημίονοι

φορτία έσερναν προς το λιοτρίβι,

εντός τειχών

χτίσματα σκαλιστά,

κοντά σε λαξευτούς ληνούς·

πετράδες ξακουστοί —

Κύκλωπες θαρρώ πως ήταν.

Ξώμακρα και πίσω,

αείδοντες Σαπαίοι

«Δώ στα λιανοχορταρούδια»,

όταν αλαλαγμοί στεντόριοι,

γιούργια των Αχαιών,

Ούτινος προπορεύοντος,

κραδαίνοντας μαχαίρια και σπαθιά·

ηδονή και πείνα είπαν πατριωτισμό,

πως ήταν σύμμαχοι των Τρώων.

Πόσα κατσίκια έσφαξαν,

πόσες παρθένες βίασαν —

κι οι Κίκονες εχάλασαν πολλούς —

μα κείνος ο τραγόπαπας,

Μάρων ο προδότης,

τρία καντάρια μάλαμα,

δώδεκα γιοματάρια αίμα,

τρύγους των αλωνιών

και τις πόρνες κόρες του,

βορά να ξεδιψάσουν

σκατόψυχους βωμούς των Αχαιών.

Ίσμαρος

Κίρκη

Βασιλείς και αυτοκράτορες,

παρέλαση μορφωμένων ρεμαλιών,

μπουχτισμένοι της ανίας,

κυνηγοί της ντοπαμίνης —

ποιος τη λαγνεία σας θα εξαγνίσει;

Κίρκη μάγισσα,

πώς να ξεδιψάσει το λάγνο σου κορμί;

Ποικίλα ζώα το μαντρί σου,

κάθε βράδυ

διαφορετική ανατομία δοκιμάζεις.

Ανακάλυψες

κρυφές τις χάρες κάπρων,

βαρέθηκες Σάτυρους και Κάβειρους —

ηδονή καμμία τώρα πια.

Τα περί θεϊκών

ήταν παραμύθια,

το γνώρισες καλά.

Κι ήρθε ο Οδυσσέας,

«το πιο γλυκό πουλί της νιότης»,

να νανουρίσει τ’ όνειρό σου,

να καταρρίψει μύθους κι ουτοπίες·

εκτός απ’ το ζωώδες

ζει κι η ανθρώπινη πλευρά.

Τώρα πώς έγινε

τρεις τοκετοί το δωδεκάμηνο —

μόνον αι σύες ξέρουν.

Ίσμαρος

«Ελπήνωρ»

Κι ω Οδυσσεύ, παρακαλώ σε κι εξορκίζω,

σαν φύγεις από δω στην Αία,

πισωγύρισε σ’ αυτό το σταυροδρόμι

που σκοτώθηκα,

όταν τους φωτεινούς του Δία παραβίασα.

Ήταν πολύ που ήπια το κρασί,

δεν πρόσεξα το κόκκινο φανάρι.

Εγώ που ήμουν κωπηλάτης άκοπος,

τόσα θυμωμένα πελάγη σε γλίτωσα,

τσακίστηκα, ο έρμος,

της γέφυρας τα στήθια,

την Κίρκη στη σέλα μου γραμμένη

και λίγο παραπάνω.

Ακόμη με ψάχνει η μάνα μου,

κανείς άλλος δεν ξέρει

πού είναι αυτή η ερημιά.

Απάνω στη βιασύνη σας,

στη μοίρα σας απάνω

μ’ εγκαταλείψατ’ άταφο.

Και σα με κλάψει η δόλια μου,

το σώμα μου να κάψετε πάνω στην πυρά,

το ξόδι μου πληρώσετε σε γραφείο φημισμένο του Ερμή,

ένα ναΐσκο στήστε εκεί

σιμά στ’ ακρόποδα της Αίτνας,

κι ένα μαρμάρινο κουπί

να βλέπουν όσοι προσπερνούν —

ένας ακούραστος Σταχάνοφ,

το μεθύσι με παρέσυρε

σε σκοτεινές του Άδη λησμονιές.

Κι ω τέλος σου ζητώ,

φύτεψε μια πυρακανθιά

πλάι στο εκκλησάκι,

να έρχονται οι κότσυφες

γλυκά να κελαηδούν

καθώς μεθούν το άρωμα των κόκκινων καρπών της.

Ίσμαρος

«Ναυσικά· ο τελευταίος πειρασμός»

Και συ, ω Ναυσικά, στητή και λυγερόκορμη,

στάθηκες τη μπαλκονόπορτα,

έπεφτε φως της δύσης στα μαλλιά σου,

κι ως φώτιζε το πρόσωπό σου ο λύχνος του Αλαδίνου,

έκρυβε τ’ αναψοκοκκινισμένα χείλη σου

τον πόθο για τους γραμμωτούς του Οδυσσέα·

ένστικτο σ’ οδηγούσε.

Έρωτας, δεν ήξερες· μόνον είχες ακουστά.

Ικέτεψες, «ω ξείν, μη με λησμόνει».

Μα εσύ δε γνώριζες πως

ο ήρως σ’ ερωτεύτηκε είκοσι χρόνια πριν.

Άργησες, καλή μου Ναυσικά.

Τούτος εδώ μάτια γι’ άλλην δεν έχει

παρά για τη γυναίκα του —

μα η εικόνα στο μυαλό του

όταν εκείνη έφηβη· δεκαετίες πάνε.

Κι αν είχε δει το πόσο τώρα γέρασε,

ίσως αυτός ο πειρασμός να νίκαγε το νόστο.

Είσαι μικρή και άδολη·

δεν πρόσεξες πως

αποφεύγει κατάματα να σε κοιτάξει;

Και τώρα θα πάει στην αίθουσα του θρόνου,

ψηλά στο θεωρείο των επίσημων,

άριες του Δημόδοκου ν’ ακούσει

κείνη την όπερα την ξακουστή,

το «Δούρειο ίππο».

Άστον να κλάψει, Ναυσικά·

μόνο να ξέρεις

τα δάκρυά του τα καυτά

για το μαρμάρινο κορμί σου —

ο τελευταίος πειρασμός

που δεν πρόκειται ν’ αγγίξει.

Θα πει για περιπέτειες,

τι και τι δεν πέρασε μέχρις εδώ να ‘ρθει,

για σένα όλα θα τα πει,

και για τον εαυτό του άλλοθι γυρεύει —

μπερδεύτηκε.

Εσύ ο νόστος ή η Ιθάκη του;

Ίσμαρος

Ο έρωτας του Οδυσσέα 

«Γκριζοπράσινα φύλλα»
ριγµένα στο νυφικό µας κρεβάτι.
Κοτσύφι·
µε το λαµπερό του φτέρωµα,
το ξακουστό του κελάηδηµα,
πόσα χρόνια ναυαγός του έρωτα
εσένα, κοτσυφίνα µου, αποζητούσα;
Ετούτη την ελιά· σε γόνιµη γης.

Εδώ·
φιλί το φιλί,
κλαράκι το κλαράκι,
χτίσαµε τη φωλιά µας.
Έρωτας ο καρπός της κοιλίας σου,
λάδι στο καντήλι·
στους αιώνες θα φέγγει τις φοβίες των ανθρώπων,
µύρον υγραίνει τα χείλη,
τα κορµιά των ερωτευµένων.

Και συ, αγαπηµένη Πηνελόπη,
πρόσταξες να ξεριζώσουν την καρδιά µου,
να µεταφέρουν στο χαγιάτι
την κλίνη αυτή που νίκησε
Τρώες,
Ποσειδώνες,
µνηστήρες,
µια καρδιά ηττηµένη
από έρωτα για σένα;
Ας είναι όµως·
αυτό που θέλεις, να γενεί·
κι ας ο δικός µου νόστος ήταν ετούτη η φωλιά.
Γεµάτο τραύµατα το κορµί µου,
λες και τη µοίρα διαφεντεύει από τότε
—κείνο το κάθαρµα—
ο θείος µου Αυτόλυκος.

Σβήσε τώρα το φεγγάρι
και ας
τα χνώτα κι η ανάσα σου
γιάνουν την Ιθάκη µου.

Ίσμαρος

Οι απολαύσεις (il silenzio)

« ΟΙ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ »

(il silenzio)

Οι απολαύσεις σ’ οδηγούν

κι όλες οι θύρες ανοιχτές·

Λείπει ο έρωτας τις πόρτες να κλειδώσει,

κρυμμένος στη φωλιά του φόβου.

Εκείνη η τρομπέτα της σιωπής,

οξειδωμένη ως το κόκαλο,

δεν πρόκειται να αντηχήσει άλλο πιά.

Τί ωφελεί;

αυτοί οι δρόμοι δέν έχουν γυρισμό.

Ε ΚΓΙΑΝΝΕΛΑΚΗΣ

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Φασισµός

Φασισµός

« Μνήµα τόδ’ εστ’ ανδρών αγαθών, οί τόν κατάρατον δήµον Αθηναίων ολίγον χρόνο ύβριος

έσχον»

(Μετάφραση: Αυτό εδώ είναι αφιέρωµα σε άνδρες αγαθούς, που έβαλαν, για λίγο, χαλινάρι

στην

αλαζονεία του καταραµένου λαού της Αθήνας)

Ήσουν αιµοσταγής,

ρήτωρ αισχρός·

καλλιτέχνης, σαν τον άλλον της Βαϊµάρης,

δε βρέθηκε πουθενά.

Έσυρες τον Θηραµένη

σαν τραγί στην αγορά.

Μίλησαν για κώνειο,

αλλά εσύ τον έσφαξες

µε τέµνον όργανο και αιχµηρό·

κι η νύχτα των µεγάλων µαχαιριών

δέκα φεγγάρια κράτησε.

Χάλασες τσιγγάνους,

Εβραίους,

κοµµουνιστές —

εσύ ο Υπεράνθρωπος·

µ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις…

Δριµύ το τέλος σου·

στης Μουνιχίας τα στενά

σε ξέσκισε το θάρρος του Θρασύβουλου,

κι από τότε, τρισκατάρατε,

δέρνεις λαούς καταραµένους,

µεσάνυχτα βρυκολακιάζεις,

µέχρι το στήθος σου να µπήξει κάποιο ξίφος,

να κοιµηθείς και πάλι την αυγή της ιστορίας.

Κι εσύ, ωρέ Πλάτωνα,

τέτοιο θαυµασµό σε τούτο το σφαγέα;

ολόκληρο βιβλίο τ’ αφιέρωσες.

Κι ας µην ξεχάσω να σου πω,

ω πόσο µας τα ζάλισες µ’ αυτό τον Αριδαίο —

« πανάθλιος τύραννος» λες,

θαρρείς και υπάρχουν τύραννοι χρηστοί.

Και συ, Σωκράτη,

καµάρωνε το µαθητή σου —

αυτόν που απαγόρευε

το « σκέπτεσθαι» και « αγορεύειν» —

τι κι αν ετούτο πρόσταζαν του Εφιάλτου οι νόµοι.

Όσα « δεν οίδα» και να γράψεις τιµωρία,

τριάντα φίδια εκκόλαψε η σκέψη σου,

η ηθική των άριστων που δίδαξες στους νέους.

Ω Παιδεία ευλογηµένη·

άριστους πολίτες δεν όρισες ποτέ —

τ’ ανάστηµά σου όρθωσες

στο φασισµό που γέννησε

η Δηµοκρατία της Αθήνας.

Θράσος κατά Σωκράτους, Εν Αθήναις 2014 µ.Χ.

Πόσον δίκαιο και ηθικό

νόµον άδικο ν’ ακολουθώ,

και ποιος το άδικον του νόµου καθορίζει;

Οι καταπιεσµένοι, ω Σώκρατες,

ως είναι φυσικόν,

γιατί δίχως το άδικον ελεύθεροι θα ήταν.

Τον Χαρµίδη,

που τώρα το κουφάρι του τα όρνεα σκυλεύουν

εκεί στο Μικρολίµανο,

εδίδασκες πως

άρχων δεν είναι αυτός που εξέλεξαν τυχόντες.

Τυχόντας ο λαός, ω Σώκρατες;

Και τι τον άρχοντα ορίζει;

Κληρονοµικόν το χάρισµα;

Μα τέτοιο βαυκαλίζονται πως έχουν

όλες οι καφετζούδες.

Οι ποιητές που σέρνονται από αιδοίο σε βραβείο

κι από την αγορά των Αθηνών σ’ αυτή των Βρυξελλών;

Οι έγκριτοι των παράθυρων

— που εσύ ξεύρεις καλά —

ή το δαιµόνιο που σε ξυπνά νωρίς κάθε πρωί;

Ποιος τους άριστους, ω Σώκρατες, ορίζει;

Το µαντείο κι οι πυθίες,

ή αυτός που σκύβει το κεφάλι σε νόµους άδικους,

όπως του λόγου σου έπραξες;

Έσφαζαν χιλιάδες οι φασίστες,

µασηµένα σου τα λόγια·

εµ, βέβαια, µέλος των τρισχιλίων ήσουν.

Πρόσεξε, λοιπόν, καλά·

θεός κι αν είσαι,

σοφός ή βασιλιάς,

ή ό,τι στο διάβολο ακόµη —

κανείς δεν αντιστάθηκε της µήνεως

ετούτων των τυχόντων.

Χαρικλής

Ώ Σώκρατες.
Ελαφρυντικά ζητώ
όχι για σένα
αλλά για μένα που μεγάλωσα στα γόνατά σου.
Δέν ήσουνα θεός
του κόσμου ήσουνα πολίτης
κι ό,τι δέν εσύ κατάλαβες
ο μαθητής σου αντελήφθη
Η τέχνη λόγων

που εδίδασκες τους νέους

τσακίζει το παράλογο του φασισμού
θρέφει την ελπίδα του ανθρώπου,
είν’ ο σταυρός των βρυκολάκων·

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΠΩΝ

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΙΣΜΕΝΩΝ ΤΟΠΩΝ

Ζωή είναι το ανθισμένο λουλούδι.

Μια πληγωμένη ρίζα, ζωή είναι.

Και το πεσμένο φύλλο πάλι ζωή είναι.

Το κοτσύφι που κελαηδεί, ζωή είναι.

Το πέταγμα της καρδερίνας ζωή είναι.

Ζωή είναι

οτι κινείται και πετάει

ότι ανασαίνει και μιλάει

ότι νιώθει κι αγαπάει

ότι κοιμάται και ξυπνάει.

Ότι θροΐζει και κοιτάει

κάτω από το μπλε ουρανό

ή στο σκοτάδι της νύχτας,

Ζωή είναι.

Μας προορίζει.

Μας ορίζει.

Μας καθορίζει.

Μας εξορίζει.

Αποτελειώνει καί,

ποτέ δεν τελειώνει.

Ζωή είναι το ταξίδι του έρωτα στο άγνωστο,

το χαμόγελο της Φύσης στον Άγνωστο.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Ο ναζισμός της Σπάρτης

Το Δωρικόν μας έθνος
την Αθήνα αιχμαλώτισε
μακρά τα τείχη κατεδάφισαν οι συνωμότες
πιέσαμε μεταρρυθμίσεις
κι ως οι κατακτητές ανά την ιστορία,
δικό μας το πολίτευμα
-τυραννικό δέ λέω-
επιβάλαμε στο άστυ.


Εγώ δέ ζώ εγέρθουτος
είμαι ο Λύσανδρος
της αλεπούς ο γιός·
από δώ η γερουσία
πιό κεί οι πέντε ευάλωτοι
και πίσω ασθμαίνοντες οι βασιλείς.


Καταγωγή το πιο σωστό στη Σπάρτη
κι ας ώ Θρασύβουλε αγόρευες στο βήμα,
δέν είναι μήτρες πήλινες και άλλες μολυβένιες που γεννούν.
Γιατί αγαπητέ Σηναίλυννα όλα δημοκρατία είναι:


των πολλών, δημαρχική
-λέμε τώρα, έτσι να ξεγελιέται ο λαός-
των ολίγων ολιγαρχική
των ελάχιστων φασιστική,
ο διαιρέτης αριθμός αλλάζει μόνον.
Γενικά,
το λακωνίζειν κυριεύει τη ζωή της Σπάρτης.
Διαλέξαμε στρατοκρατία·
μήτρες ντυμένες το χακί, γεννοβολούνε μολυβένιους.
Κι όταν ολίγον το περίσσευμα να μοιραστεί στους Όμοιους
είλωτες τους περίοικους και ξεμπερδεύουμε.


Και μή γελιέσαι Αθηναίε δημοκράτη·
Δημοκρατία·
ένας διαιρέτης μοιρασιάς
που αλλάζει κατά το δοκούν των κατεχόντων πλούτο κι εξουσία
και πάντα
αδιέξοδος ο δρόμος της να καταλήγει
στο ναζισμό της Σπάρτης.

ΙΣΜΑΡΟΣ

ΓΥΡΙΣ

ΓΥΡΙΣ

Πώς έπεσαν οι λέξεις από τα γιασεμιά; 

Αέρας;

Δίψα ή παγωνιά;

Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά• 

ήρθαν οι μέλισσες.

ΙΣΜΑΡΟΣ

ΙΔΙΟΧΕΙΡΩΣ

«ΙΔΙΟΧΕΙΡΩΣ»

Το γελεκάκι που φορείς 

τό ‘χεις ζωγραφισμένο.

Θαυμαστή η δοτικότητά σας

στα όρια της θυσίας.

Αξιοθαύμαστη.

Τυχεροί οι άνθρωποί σας,

αχ πόσο τους ζηλεύω!

Πλούσιος ο κόσμος σου, 

πλούτος που τον μοιράζεις, 

γιατί αν

– όπως οι καιροί ορίζουν-

τον αποταμιεύσεις, 

ο κουμπαράς θα εκραγεί

κι εσύ

θα είσαι το πρώτο θύμα του.

Μου λες «η τέχνη είναι εξομολόγηση»

και γω σου λέω κι ο έρωτας ομολογία είναι.

Τέχνη είναι,

να ζεις με το μισθό σου

να ζωγραφίζεις με την καρδιά σου.

Τ’ ανάποδο είναι ατιμία.

Κι αν έχεις αμφιβολία

ρώτησε το Βαν Γκογκ.

Δε θα τα έλεγα όμορφα

αν δεν ήσουν η Νεφερτίτη.

Εγώ, απλά ξέρω τις λέξεις.

Διαχέεις ομορφιά. 

Είσαι όμορφη. 

Κι ήθελα να στο πω,

ιδιοχείρως.

ΙΣΜΑΡΟΣ

Η ΔΙΑΝΟΗΣΗ

«Η διανόηση»

Συναγελάζεσαι διανοούμενους και μορφωμένους,
ύστερη φήμη βασιλιά σοφού να γράφουν οι γραφές,
αυτούς τους άθλιους παρά τω βασιλεί
χωρίς αιδώ να γλείφουν τα πτυελοδοχεία σου.
Αυτοί οι σύμβουλοι ποτέ τους δε θα πούν
πως έφτασεν της βασιλείας σου το τέλος
μικρόνοες ως είναι θα προτείνουν
ευθανασία των φτωχών σου υπηκόων.
Πάντα θα λέν πως είναι τα βασίλεια φτωχά
ποτέ πως πλούσιοι οι βασιλείς
τεχνηέντως λησμονούντες
πως δέν υπάρχουν εξουσίες το δίχως υπηκόους,
πανάθλιε βασιλιά
άθλια διανόηση
εξάθλιοι υπήκοοι.

Ε. Κ. Γιαννελάκης.

Δημιούργησε τον δικό σου Ιστότοπο, δωρεάν στο WordPress.com.Δημιούργησε τον δικό σου Ιστότοπο.
Ξεκίνα δωρεάν