7 ιστορίες του Δημοσθένη Καμπούρη

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Η βόλτα με το φτυάρι

Συγγραφέας: Δημοσθένης Καμπούρης

Έκδοση: Βαγονέτο (Δεκέμβριος 2025)

Σελίδες: 126

ISBN: 978-618-88086-1-4

Τιμή: Περίπου €13

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Πολύς είναι ο καιρός που θέλω να γράψω για αυτό το βιβλίο. Αντίτυπό του είχε πέσει στα χέρια μου λίγο καιρό μετά που είχε κυκλοφορήσει και το είχα αγοράσει για την συλλογή μου στη φετινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, το διάβασα δεύτερη φορά μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές μου γιατί τα καινούρια που είχα πάρει για ανάγνωση ήταν απογοητευτικά, αλλά τελικά αφορμή στο να κάνω αυτήν την ανάρτηση βρήκα στο τραγούδι του ΛΕΞ με τίτλο «24ωρα» (θα εξηγήσω στην συνέχεια το γιατί).

Η έκδοση είναι απλή, λιτή και όμορφη. Και για μένα είναι ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι πρόκειται για μια δουλειά ενός νέου εκδοτικού οίκου που γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη πριν περίπου έναν χρόνο. Το «Βαγονέτο» έχει για οδηγό του τον Γιώργο Γκόζη τον οποίον είχαμε γνωρίσει μέσα από το συγγραφικό του έργο («Ο νυχτερινός στο βάθος«, «Αφήστε με να ολοκληρώσω«, «Ζαφείρη, μη φοβάσαι, πάρε μια βέσπα» κα) και πέρα από τις εκδόσεις μας χάρισε και ένα ακόμη βιβλιοπωλείο στο κέντρο της πόλης, στην οδό Παλαιών Πατρών 25. Το εξώφυλλο μου έφερε κάτι από Κάρολο Τσίζεκ. Τα κείμενα είναι ευανάγνωστα, συνολικά ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το βλέπεις και να το διαβάζεις.

Επτά διηγήματα περιέχονται στο βιβλίο. Και αν και οι ιστορίες είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία σε όλες τους. Οι πρωταγωνιστές είναι άντρες που προσπαθούν ματαίως είτε να ερωτευτούν, είτε να ξεπεράσουν έναν έρωτα. Ο καθένας δεν τα καταφέρνει για διαφορετικούς λόγους, οι καταστάσεις και οι χαρακτήρες τους διαφέρουν, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η μοναξιά στην οποία καταλήγουν δεν είναι θέμα επιλογής, αλλά μια κατάσταση από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν, είναι παγιδευμένοι σε αυτήν παρά τις όποιες προσπάθειές τους να αλλάξουν τα δεδομένα. Το δεύτερο κοινό στοιχείο είναι ότι σε κάποιο σημείο στις ιστορίες εμφανίζεται κάποιο από τα μαγαζιά-ψιλικατζίδικα που έχουν ξεφυτρώσει σε κάθε γωνιά της πόλης, τύπου «Yes», «4all», «Today» κτλ.. Κάπως έτσι κολλάει και η αναφορά μου στην πρώτη παράγραφο στο τραγούδι του ΛΕΞ. Πάμε να ρίξουμε μια σύντομη ματιά στα κείμενα.

  • Το πρώτο διήγημα έχει τίτλο «Η άγνωστη φωνή». Πρωταγωνιστής ο Δημήτρης, θα γνωρίσει μέσω μιας γνωστής την Κατερίνα, η γνωριμία θα προχωρήσει ως έναν βαθμό, αλλά ο χαρακτήρας, η αναποφασιστικότητα και η δειλία του Δημήτρη θα οδηγήσουν την σχέση στο τέλος. Ο πρωταγωνιστής μας είτε δεν είναι έτοιμος να πάει ένα βήμα παραπέρα, είτε δεν ξέρει τον τρόπο. Το εκτενέστερο διήγημα του βιβλίου και ένα από τα πιο αξιόλογα.
  • Το δεύτερο διήγημα έχει τίτλο «Εκτός πεδίου». Κι εδώ πρωταγωνιστής είναι ένας Δημήτρης. Παγιδευμένος στην ρουτίνα και στα προβλήματα της καθημερινότητας, φτιάχνει στο μυαλό του σενάρια για μια υπάλληλο φαρμακείου που του αρέσει, αλλά ποτέ δεν τολμά να κάνει μια κίνηση, όχι γιατί φοβάται, αλλά γιατί έχει φτάσει στο σημείο εκείνο που βαριέται να προσπαθήσει. Η τεμπελιά του δεν είναι θέμα αρχής ,αλλά το αποτέλεσμα του εγκλωβισμού που βιώνει.
  • Το τρίτο διήγημα έχει τίτλο «Κοινές στιγμές». Η σχέση του πρωταγωνιστή μας με την Βάσω, μια παντρεμένη γυναίκα είναι το κυρίως θέμα. Μια σχέση που βασίζεται στην λαχτάρα και στην καψούρα ίσως, αλλά όταν φτάνει η στιγμή να ολοκληρωθεί έχει χάσει την μαγεία της. Ο πρωταγωνιστής θέλει να φανεί «ο άντρας ο σωστός», ο δυναμικός, που ξέρει τι θέλει, που κυνηγάει την γυναίκα, που δεν έχει κατάθλιψη και συναισθηματικά κενά. Στο τέλος όμως έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά από ήττες.
  • Το τέταρτο διήγημα έχει τίτλο «Η βόλτα με το φτυάρι». Έδωσε τον τίτλο και στην συλλογή και είναι το αγαπημένο μου. Ο Τάκης, ο πρωταγωνιστής μας, έχει χωρίσει με την Δήμητρα και αυτό που τους ενώνει είναι η Χιονάτη, το σκυλί που είχαν μαζί όταν ήταν ακόμη ζευγάρι. Η Χιονάτη όμως πεθαίνει και ο Τάκης έχει να αντιμετωπίσει το τέλος της ζωής του τετράποδου που αγαπούσε, το τέλος της σχέσης του με την Δήμητρα η οποία έχει προχωρήσει την ζωή της και έχει μια νέα σχέση, το τέλος των ψευδαισθήσεων στις οποίες ζούσε. Για μένα το καλύτερο της συλλογής.
  • Το πέμπτο διήγημα έχει τίτλο «Ο σκοπός στο βάθος». Γιάννης εδώ ο πρωταγωνιστής. Τα αισθήματά του για την Βάσω δεν έχουν αίσιο τέλος, ενώ κάποιες εντάσεις στην πολυκατοικία που μένει τον κάνουν να δει με διαφορετικό μάτι τους ανθρώπους και τα προβλήματά τους.
  • Το έκτο διήγημα έχει τίτλο «Το φιλί που ξεχάστηκε». Ο Τάκης συναντά μια παλιά του αγάπη, την Εύα, με την οποία ήταν πολύ ερωτευμένος στο παρελθόν. Η προσπάθεια να αναβιώσει όμως η σχέση δεν έχει αίσιο τέλος καθώς τα πράγματα και τα πρόσωπα δεν είναι αυτά που ήταν παλιά.
  • Το έβδομο διήγημα έχει τίτλο «Για έναν καφέ». Επίσης μου άρεσε πάρα πολύ. Ξανά ο πρωταγωνιστής λέγεται Δημήτρης. Δεν μπορεί να ξεπεράσει έναν έρωτα που χάθηκε, φτιάχνει στο μυαλό του σενάρια, παρακολουθεί την πρώην του, αλλά εδώ υπάρχει και το δεδομένο της ψυχιατρικής ασθένειας. Ο Δημήτρης εδώ είναι ανίκανος να προχωρήσει στην ζωή του, αλλά δεν τα καταφέρνει.

Όλες οι ιστορίες κινούνται στην σύγχρονη εποχή, ενώ ο τόπος είναι η Θεσσαλονίκη, αλλά μόνο με αναφορές σε αυτήν, η πόλη δεν πρωταγωνιστεί στα διηγήματα. Ο Καμπούρης παρακολουθεί με την γραφή του καθημερινά πρόσωπα, παγιδευμένα στα συναισθήματα και στα κολλήματα του μυαλού τους. Εστιάζει στα ψυχικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων του και στο ότι δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από αυτά που τους κρατάνε. Όλα αυτά με καλογραμμένο τρόπο και με ροή που κυλάει άνετα. Τα διηγήματα «Η βόλτα με το φτυάρι» και «Για έναν καφέ» στο μυαλό μου θα μπορούσαν να είναι και κομμάτι κινηματογραφικής ταινίας.

Συνολικά η συλλογή μου άρεσε πάρα πολύ. Ως περιεχόμενο, αλλά και ως εικόνα βιβλίου. Είναι και μια αφορμή να δω και τις υπόλοιπες δουλειές του Καμπούρη, ενώ το ιστολόγιο χαίρεται ιδιαίτερα που η πόλη έχει αποκτήσει έναν ακόμη ταλαντούχο διηγηματογράφο.

Σχολιάστε

Filed under ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ, Δημοσθένης, Συγγραφείς

Δυόμιση άγνωστοι μήνες της Θεσσαλονίκης: Η περίοδος της ΕΑΜοκρατίας

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Εαμοκρατία στη Θεσσαλονίκη (1944-1945)

Συγγραφέας: Ανδρέας Βενιανάκης

Έκδοση: Επίκεντρο (Μάιος 2026)

Σελίδες: 336

ISBN: 978-618-204-683-8

Τιμή: Περίπου €17

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ο 20ος αιώνας επεφύλασσε μια σειρά από γεγονότα για την Θεσσαλονίκη και θεωρούμαστε αρκετά τυχεροί διότι έχουν βρεθεί αξιόλογοι και εργατικοί άνθρωποι που έχουν μελετήσει σε βάθος αυτά τα 100 χρόνια που άλλαξαν την εικόνα και τον χαρακτήρα της πόλης. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Ανδρέας Βενιανάκης, ο οποίος έφυγε από την ζωή πριν δύο χρόνια, στις 19 Ιουλίου του 2024. Τον Βενιανάκη είχα την τιμή να τον γνωρίσω προσωπικά και να δω από κοντά το πάθος που αυτός είχε για την ιστορία και ιδιαίτερα για την περίοδο της Κατοχής. Λίγο πριν το τέλος και ενώ η υγεία του ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη, δούλευε πάνω σε δύο θέματα. Το ένα εξ αυτών είναι το αντικείμενο του βιβλίου που θα δούμε σήμερα. Η ΕΑΜοκρατία στην Θεσσαλονίκη κράτησε μόλις δυόμιση μήνες, αλλά αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός για την ιστορία όλης της χώρας. Συνδέθηκε με τον πρώτο καιρό μετά την απελευθέρωση της πόλης και για διάφορους λόγους που αξίζουν συζήτησης δεν είχαμε δει βιβλία για αυτήν. Αναφορές είχαμε δει σε αρκετά βιβλία, αλλά δεν υπήρχε ένα βιβλίο που να μιλάει για τα όσα συνέβησαν από την 1η Νοεμβρίου του 1944 όταν επίσημα το ΕΑΜ πήρε στα χέρια του την εξουσία στην Θεσσαλονίκη μέχρι την 17η Ιανουαρίου όταν τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ αποχώρησαν από την πόλη μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας.

Το βιβλίο προλογίζουν οι Στράτος Δορδανάς και Βάιος Καλογήρου. Σημειώνουν σωστά ότι ο Βενιανάκης δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το σύνολο του βιβλίου και αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω και από προσωπική γνώση του θέματος. Ο Βενιανάκης προχωρούσε το έργο και την έρευνά του ενώ μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία και οι θεραπείες τον ταλαιπωρούσαν και τον εξουθένωναν. Κατάφερε όμως να παρουσιάσει με τεκμηρίωση την εποχή της ΕΑΜοκρατίας, αν και πιστεύω ότι πρέπει οπωσδήποτε μια δεύτερη έκδοση να τύχει καλύτερης επιμέλειας. Δεν υπάρχουν φωτογραφίες στο κείμενο, η βιβλιογραφία είναι στο τέλος και στο κάτω μέρος των σελίδων υπάρχουν σημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές. Αυτό που έχει όμως τεράστια σημασία είναι ότι οι μελλοντικοί ερευνητές έχουν μια βάση να πατήσουν για να μελετήσουν περισσότερο και να συμπληρώσουν όπου χρειάζεται το έργο του Βενιανάκη.

Πάμε λοιπόν να ρίξουμε μια ματιά στο περιεχόμενο του βιβλίου, το οποίο αποτελείται από δύο κεφάλαια και τον επίλογό του, ενώ έχουμε και ένα παράρτημα στο τέλος με μια σειρά από πίνακες.

Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η συνύπαρξη, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1944». Εδώ ο Βενιανάκης παρουσιάζει μια σειρά από γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά τους τελευταίους δύο μήνες της γερμανικής Κατοχής και τα οποία έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην είσοδο του ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη στις 30 Οκτωβρίου του 1944. Η «συνύπαρξη» του τίτλου έχει να κάνει με το γεγονός ότι στην πόλη κυριαρχούσαν τόσο οι Γερμανοί όσο και ο ΕΛΑΣ, οι πρώτοι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ο δεύτερος στην Άνω Πόλη και στις συνοικίες γύρω από το κέντρο. Οι εξελίξεις έτρεχαν και το αποτέλεσμα του πολέμου φαινόταν προδιαγεγραμμένο, αυτό που ήταν άγνωστο ήταν το τι θα γίνει μετά την αποχώρηση των δυνάμεων Κατοχής. Περιγράφονται τα γεγονότα αυτών των δύο μηνών, τα τεράστια προβλήματα που αντιμετώπιζε η Θεσσαλονίκη, ενώ υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο για το κομμάτι της δικαιοσύνης ενώ στο τέλος γίνεται μια αναφορά στις ραδιοφωνικές εκπομπές, το θέατρο, το σινεμά και την διασκέδαση. Το πρώτο αυτό κεφάλαιο είναι εξαιρετικά σημαντικό στα μάτια μου καθώς δεν πρόκειται για μια απλή περιγραφή γεγονότων, αλλά δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να καταλάβει πώς και γιατί το ΕΑΜ επέλεξε να παραβεί την Συμφωνία της Καζέρτας και να δοθεί η εντολή εισόδου του ΕΛΑΣ στην Θεσσαλονίκη και να αναλάβει την διοίκηση της πόλης.

Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η ΕΑΜοκρατία» και είναι το κυρίως κομμάτι του βιβλίου. Χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, εκ των οποίων η πρώτη είναι η πιο σημαντική και η μεγαλύτερη σε έκταση. Αυτή η πρώτη ενότητα έχει τίτλο «Η ΕΑΜική διοίκηση (Νοέμβριος 1944-Ιανουάριος 1945)». Ακολουθείται η καταγραφή των γεγονότων με χρονολογική σειρά. Γίνεται λόγος στα τεράστια προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει η πόλη και οι κάτοικοι τον πρώτο καιρό μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Από τον ενθουσιασμό των πρώτων ημερών, η προσγείωση στην πραγματικότητα μάλλον ήταν απότομη, οι διάφοροι φορείς που δημιουργήθηκαν και στελεχώθηκαν από το ΕΑΜ είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, τις ελλείψεις αγαθών, οικονομικά προβλήματα τεράστια και γενικά μια κατάσταση που δεν νομίζω ότι την περίμεναν τόσο άσχημη. Μαζί με όλα αυτά είχαμε και την οργή του κόσμου και το αίτημα για απόδοση δικαιοσύνης, τον φόβο για το άγνωστο και το τι θα φέρει το μέλλον. Οι πολιτικές εξελίξεις στην χώρα είχαν επιπτώσεις και στην Θεσσαλονίκη. Μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ΕΑΜικής διοίκησης (κατά την προσωπική μου άποψη) ήταν ότι επέλεξαν να μην μεταφερθεί στην πόλη η βία και το θανατικό που κυριάρχησε στην Αθήνα με τα Δεκεμβριανά. Θα φτάσουμε τελικά στον Ιανουάριο του 1945 όταν θα αποφασιστεί η αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την πόλη, κάτι που φαίνεται να ξάφνιασε αρκετό κόσμο, ο οποίος μάλλον περίμενε κάτι διαφορετικό. Η ενότητα αυτή είναι ιδιαίτερα πυκνογραμμένη και θέλει αρκετές σημειώσεις από τον αναγνώστη. Η δεύτερη ενότητα έχει τίτλο «Η λαϊκή δικαιοσύνη κατά την απελευθέρωση» και έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς πρόκειται για ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης για το οποίο ανάλογα με τις πολιτικές πεποιθήσεις του καθενός, παρουσιαζόταν και διαφορετικά. Τα «λαϊκά δικαστήρια», η «λαϊκή ασφάλεια» και η Πολιτοφυλακή, η δράση της ΟΠΛΑ, όλα αυτά έχουν πάνω τους ένα γκρίζο πέπλο και ο Βενιανάκης προσπάθησε να το ξεδιαλύνει μιλώντας με τεκμήρια και ονόματα. Η τρίτη ενότητα έχει τίτλο «Η ΕΑΜοκρατία και η νυχτερινή ζωή», είναι ιδιαίτερα σύντομη και έχει ενδιαφέρον καθώς μπορεί η πόλη να ζούσε έντονες και δύσκολες στιγμές, αλλά εξακολουθούσαν να υπάρχουν μαγαζιά που προσέφεραν διασκέδαση και ψυχαγωγία. Η τέταρτη και τελευταία ενότητα έχει τίτλο «Το θέατρο και οι κινηματογράφοι κατά την ΕΑΜοκρατία». Το ΕΑΜ προσπάθησε να προσφέρει στο κοινό και στους πολίτες ένα θέατρο πιο ποιοτικό και επιμορφωτικό, το οποίο βέβαια θα εξυπηρετούσε και τις ανάγκες και τα συμφέροντα του ΕΑΜ.

Το βιβλίο τελειώνει με ένα επιλογικό σημείωμα με τίτλο «Το ξήλωμα της ΕΑΜικής διοίκησης». Με την αποχώρηση του ΕΛΑΣ από την Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου του 1945, η νέα διοίκηση που είχε διοριστεί από την Κυβέρνηση των Αθηνών προσπάθησε άμεσα να διαλύσει τους φορείς εξουσίας που είχε εγκαθιδρύσει το ΕΑΜ. Ο Εμφύλιος χρονικά απέχει αρκετά, αλλά νομίζω ότι είχαμε μπει σε μια τροχιά γεγονότων που οδηγούσαν προς αυτόν.

Στο Παράρτημα ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πίνακας με τους εκτελεσμένους στην Θεσσαλονίκη κατά τον Οκτώβριο του 1944 με στοιχεία από το Ληξιαρχείο Θεσσαλονίκης. Είναι πάνω από 140 αναφορές δολοφονημένων, πολλές φορές χωρίς να είναι γνωστό το όνομά τους. Εκείνος ο Οκτώβριος πρέπει να ήταν ο πιο τρομακτικός και ο πιο επικίνδυνος να κυκλοφορείς στην πόλη…

Ο Βενιανάκης είχε μελετήσει πρωτογενείς πηγές, εφημερίδες, βιβλία και διάφορα αρχεία όταν έγραφε το βιβλίο του για την ΕΑΜοκρατία. Και όπως και στα προηγούμενα βιβλία του που είχαμε δει στη Vivlioniki (το αριστούργημα για τον Δάγκουλα και το πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για τα Καζίνο της Κατοχικής Θεσσαλονίκης και την δράση του Πέρι Νικολάι), έτσι και εδώ κυριαρχεί η τεκμηρίωση και μια προσέγγιση της πραγματικότητας και των όσων συνέβησαν χωρίς φανατισμούς και ύφος διδακτισμού. Οι συζητήσεις δε που μπορούν να ξεκινήσουν με αφορμή το βιβλίο είναι πολλές και έχουν όλες τεράστιο ενδιαφέρον.

Όπως μου αρέσει να λέω και να σκέφτομαι, εμείς ως αναγνώστες από την άνεση της πολυθρόνας μας και την ελευθερία που διαθέτουμε, πολλές φορές κρίνουμε αυστηρά και άδικα γεγονότα και πρόσωπα του παρελθόντος καθώς μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις συνθήκες και τις καταστάσεις παλαιότερων εποχών. Η δυσκολία αυτή για την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας είναι ακόμη μεγαλύτερη καθώς πρόκειται για κάτι μοναδικό που συνέβη σε ένα περιβάλλον τεράστιας αβεβαιότητας και φόβου, κανείς δεν ήξερε τι θα ξημερώσει και πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα. Τελικά η ΕΑΜοκρατία προσέφερε κάτι στην πόλη; Αντιμετώπισε τα προβλήματα των κατοίκων; Το έργο της κρίνεται θετικό ή αρνητικό; Μπορώ να μιλήσω μόνο για την προσωπική μου άποψη και θεωρώ ότι η Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου του 1945 ήταν σε καλύτερη κατάσταση από την Θεσσαλονίκη στις 30 Οκτωβρίου του 1944. Φυσικά και υπήρχαν πολλά και άλυτα προβλήματα, φυσικά και υπήρξαν εκδηλώσεις μίσους και αντεκδίκησης, φυσικά και σε αρκετές περιπτώσεις κυριάρχησε η βία. Αλλά η πόλη απέφυγε να ζήσει την δική της εκδοχή των Δεκεμβριανών, αντιμετωπίστηκε η πείνα και η εξαθλίωση στο μέτρο του δυνατού και χωρίς καμία ουσιαστική βοήθεια από την κεντρική εξουσία και έγιναν προσπάθειες ανασυγκρότησης της πόλης. Νομίζω ότι οι διοικούντες ζούσαν σε μια δική τους πραγματικότητα, θα έπρεπε μάλλον να είναι περισσότερο ρεαλιστές και λιγότερο ονειροπόλοι. Πολλά πράγματα ίσως θα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά, αλλά με τα δεδομένα εκείνης της εποχής αυτό μάλλον ήταν ακατόρθωτο.

Δεν μπορώ να είμαι καθόλου αντικειμενικός με αυτό το βιβλίο. Το αγάπησα γιατί ήξερα το πόσο δύσκολο ήταν να γραφτεί από τον Αντρέα. Στις σελίδες του φωτίζεται μια αρκετά άγνωστη περίοδος της ιστορίας της Θεσσαλονίκης και μακάρι να διαβαστεί χωρίς πάθη και φανατισμούς και να μπορέσουν να γίνουν ωραίες κουβέντες για το τι ήταν και τι προσέφερε στην πόλη η ΕΑΜοκρατία.

4 Σχόλια

Filed under ΒΕΝΙΑΝΑΚΗΣ, Ανδρέας, Συγγραφείς

Στοιχεία για τα ρέματα της Θεσσαλονίκης από το 1996

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης

Συγγραφέας: Γιώργος Μπλιώνης

Έκδοση: Σύνδεσμος Ο.Τ.Α. Μείζονος Θεσσαλονίκης (1996)

Σελίδες: 48

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τον Γιώργο Μπλιώνη τον είχαμε γνωρίσει στη Vivlioniki μέσα από ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που εγώ προσωπικά έχω διαβάσει για την Θεσσαλονίκη. Η «Θεσσαλονίκη των νερών» δεν ήταν μια απλή μελέτη για τους χειμάρρους και τα ρυάκια που υπήρχαν εντός και εκτός των τειχών, αλλά και ένα ιστορικό κείμενο στο οποίο ο αναγνώστης μπορούσε να βρει πολλές απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με την εξέλιξη της πόλης. Σήμερα θα δούμε ένα μικρό βιβλιαράκι που είχε γράψει ο Μπλιώνης περίπου 20 χρόνια νωρίτερα και το οποίο βιβλιαράκι θα το έλεγα και πρόγονο της «Θεσσαλονίκης των νερών».

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Κάποια λίγα σχέδια και εικόνες στο εσωτερικό του βιβλίου συνοδεύουν τα κείμενα, βιβλιογραφία υπάρχει στο τέλος μαζί με ένα παράρτημα. Προλογίζει ο τότε Πρόεδρος του Συνδέσμου Ο.Τ.Α. (Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης) Μείζονος Θεσσαλονίκης Μπάμπης Μπαρμπουνάκης. Το εξώφυλλο δεν είναι μια τυχαία επιλογή καθώς έχουμε μια απεικόνιση της περιοχής έξω από τον Λευκό Πύργο όπου φαίνεται ένα από τα ρέματα που υπήρχαν έξω από την Θεσσαλονίκη με ένα γεφυράκι (σε καλύτερη ανάλυση μπορείτε να δείτε την εικόνα στο βιβλίο με χαρακτικά της Θεσσαλονίκης που είχαμε δει παλαιότερα). Για τον σκοπό που ήθελε να εξυπηρετήσει το βιβλιαράκι έχουμε μια αξιοπρεπή δουλειά.

Ο υπότιτλος νομίζω λέει αρκετά για το περιεχόμενο και τον λόγο ύπαρξης του βιβλίου. «Ένας πλούτος που υποτιμήθηκε και υποβαθμίστηκε μας υπενθυμίζει την αναγκαιότητα της ύπαρξής του». Τα ρέματα της Θεσσαλονίκης ειδικά στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα θεωρήθηκαν εμπόδια σε αυτό που αντιλαμβάνονταν ως ανάπτυξη της πόλης δημόσιοι φορείς και κάτοικοι. Το μπάζωμα ήταν η εύκολη και γρήγορη λύση, ελάχιστες οι φωνές ενάντια σε αυτήν την τακτική και λογική, όταν αντιληφθήκαμε τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν ήταν αργά. Και αν από το βιβλίο έλειπαν κάποιες προτάσεις στο τέλος, θα μιλούσαμε για ένα «μνημόσυνο» το οποίο ούτε βοηθά, ούτε και είναι απαραίτητο. Πάμε όμως να ρίξουμε μια ματιά στην ύλη και στο περιεχόμενο του έργου. Έχουμε πέντε κεφάλαια τα οποία είναι τα εξής:

  • Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Περιγραφή των ρεμάτων και της ιστορίας τους». Γίνεται ιστορική αναφορά στα ρέματα της Θεσσαλονίκης που βρίσκονταν ανατολικά και δυτικά της πόλης με πληροφορίες για την ονομασία και την πορεία τους.
  • Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η σημασία του δάσους του Σέιχ-Σου». Σύντομη αναφορά στην αξία του δάσους του Σέιχ Σου και την σχέση του με την Θεσσαλονίκη. Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου θα έχουμε την πυρκαγιά στο δάσος και θυμάμαι πόσα ακούγονταν για τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζε η πόλη σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων.
  • Το τρίτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Τα ρέματα σήμερα». Πολύ σημαντικό κεφάλαιο καθώς μιλάει για την υπάρχουσα (εκείνη την εποχή) κατάσταση στα ρέματα της πόλης, τα περισσότερα φυσικά είχαν χαθεί, αλλά υπήρχαν κάποιες μικρές περιοχές που είχαν παραμείνει και οι οποίες μπορούσαν να αξιοποιηθούν με σωστό τρόπο ώστε να αποκτήσει η πόλη πνεύμονες πράσινου. Δεν γνωρίζω αν 30 χρόνια ύστερα, στην σημερινή εποχή, έχουν γίνει βήματα προς τα εμπρός και βελτιώσεις σε αυτό το κομμάτι.
  • Το τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Ποιο το μέλλον; Μπάζωμα ή ανάπλαση; Προτάσεις». Πάρα πολύ σημαντικό κεφάλαιο στο οποίο προτείνονται λύσεις για τα ρέματα που υπήρχαν ακόμη στην πόλη (ένα κομμάτι τους δηλαδή), αλλά και για κάποιες αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις. Δεν γνωρίζω αν κάτι από όλα όσα είχαν προταθεί τελικά έγιναν πράξη ή έμειναν στα χαρτιά.
  • Το πέμπτο κεφάλαιο έχει τίτλο «Υπεύθυνες υπηρεσίες», είναι πολύ σύντομο και μας ενημερώνει για το ποιες υπηρεσίες είναι υπεύθυνες για τι πράγμα, πχ ο Οργανισμός Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης είχε την ευθύνη των ρεμάτων, αλλά ο καθορισμός της όχθης των ρεμάτων ήταν ευθύνη της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας, για τα κτίσματα στις κοίτες ευθύνη είχε η Πολεοδομία κτλ.

Στο τέλος υπάρχει ένα παράρτημα με ένα κείμενο του Ιάκωβου Γκανούλη με τίτλο «Διευθέτηση των ρεμάτων στη Θεσσαλονίκη: Επικάλυψη ή δημιουργία χώρων πρασίνου;».

Προσωπικά το βιβλιαράκι μου άρεσε και μου φάνηκε πολύ χρήσιμο. Δεν νομίζω ότι μπορείτε να το βρείτε εύκολα, αλλά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία γιατί το βιβλίο των Τρεμόπουλου-Μπλιώνη κυκλοφορεί και είναι σίγουρα πιο πλήρες.

Σχολιάστε

Filed under Γενικά

Μια εργασία του Γιάννη Σακελλαράκη για έναν παλαιοχριστιανικό τάφο στην περιοχή της Κάτω Ηλιούπολης

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Εκ Θεσσαλονίκης

Συγγραφέας: Ιωάννης Σακελλαράκης

Έκδοση: Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία (1964)

Σελίδες: 30

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ένα ακόμη ανάτυπο θα δούμε σήμερα. Πρόκειται για μια εργασία που ανήκει στον δεύτερο τόμο του έργου με τίτλο «Χαριστήριον εις Αναστάσιον Κ. Ορλάνδον» το οποίο είχε εκδοθεί από την Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία προς τιμήν ενός από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους που πέρασαν από την Ελλάδα, του Αναστάσιου Ορλάνδου. Ο συγγραφέας του κειμένου εξελίχτηκε σε έναν από τους σπουδαιότερους ερευνητές του μινωικού πολιτισμού και συνέδεσε το όνομά του με την Κρήτη. Εδώ πάντως ο Γιάννης Σακελλαράκης ήταν ακόμη στα πρώτα του βήματα και μας χάρισε ένα άρθρο για μια ταφή που βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη από την παλαιοχριστιανική περίοδο.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Υπάρχουν στην μέση κάποιες φωτογραφίες και σχέδια και πολλές σημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές στο κάτω μέρος των σελίδων. Το κείμενο είναι στην καθαρεύουσα, αλλά δεν παρουσιάζει δυσκολίες στην κατανόηση. Μου κάνει εντύπωση το ότι ενώ ο αφιερωματικός τόμος στον οποίο περιέχεται η εργασία κυκλοφόρησε το 1966, στο εξώφυλλο γράφει ότι το ανάτυπο βγήκε το 1964.

Ο Σακελλαράκης βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1963 όταν μόλις είχε διοριστεί στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ο τάφος που είναι και το αντικείμενο του άρθρου είχε βρεθεί κατά την διάρκεια χωματουργικών εργασιών σε ένα οικόπεδο στην περιοχή της Σταυρούπολης (ή Κάτω Ηλιούπολης), σε έναν συνοικισμό που παλαιότερα ήταν γνωστός ως «Κυψέλη», στην οδό Ακρίτα 10 (είναι κάθετος της Καραολή και Δημητρίου).

Η εργασία χωρίζεται σε τρεις ενότητες:

Η πρώτη έχει τίτλο «Ο τάφος» και δίνει στοιχεία για την κατασκευή (χαμοσόριο που καλύπτονταν από μαρμάρινες πλάκες), τον προσανατολισμό (από Ανατολή προς Δύση), το είδος του τάφου κτλ. Επρόκειτο για έναν ομαδικό τάφο καθώς βρέθηκαν έξι κρανία.

Η δεύτερη έχει τίτλο «Η επιγραφή». Μιλάει για μια επιγραφή που βρέθηκε στον τάφο, αλλά ανήκε σε βωμό παλαιότερης εποχής, πιθανόν από νεκροταφείο της ρωμαϊκής περιόδου που βρίσκονταν εκεί κοντά. Είχε χρονολογηθεί μετά τα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ..

Η τρίτη έχει τίτλο «Τα ευρήματα» και είναι ίσως το σημαντικότερο κομμάτι καθώς βάσει αυτών έγινε και η χρονολόγηση του τάφου. Τα σπουδαιότερα ήταν δυο χρυσά δαχτυλίδια, δυο χάλκινα δαχτυλίδια και πάρα πολλά νομίσματα (κάτι που σημειώνεται ότι δεν ήταν σύνηθες για εκείνη την περίοδο που έγινε ο τάφος) που κάλυπταν χρονικά μια περίοδο από τα χρόνια του Ιουλιανού του Β’ (Ιουλιανός ο Παραβάτης) έως του Θεοδοσίου του Β’. Για κάθε ένα νόμισμα δίνονται κάποιες γενικές πληροφορίες.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο Σακελλαράκης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τάφος είχε χτιστεί στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. και ότι ταφές συνέχισαν να γίνονται μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα μ.Χ..

Προσωπικά βρήκα το βιβλιαράκι πολύ ενδιαφέρον καθώς δεν γνώριζα για την ύπαρξη αυτού του τάφου στην συγκεκριμένη περιοχή, αρκετά έξω από την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ακόμη περισσότερο μου άρεσε το γεγονός ότι ένας τόσο καταξιωμένος και σημαντικός αρχαιολόγος όπως ο Γιάννης Σακελλαράκης μας άφησε μια εργασία για την πόλη από τα πρώτα χρόνια της εργασίας του.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗΣ, Ιωάννης

Στοιχεία για την «Ανωτέρα Ελληνική Σχολή Θεσσαλονίκης» από το 1859

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Πληροφορίαι περί της Ανωτέρας Ελληνικής Σχολής Θεσσαλονίκης υπό του επισκεφθέντος αυτήν τω 1859 Π. Ουσπένσκη

Συγγραφέας: Ηρακλής Βαλσαμάκης

Έκδοση: Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» (1967)

Σελίδες: 16

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Για την Θεσσαλονίκη της Οθωμανικής περιόδου πάρα πολλά πράγματα μαθαίνουμε από τις αφηγήσεις διαφόρων περιηγητών που είχαν περάσει από την πόλη και είχαν μοιραστεί τις εμπειρίες τους μέσα από βιβλία που είχαν γράψει. Βέβαια αξίζει να σημειωθεί ότι οι αφηγήσεις αυτές έχουν έντονο το υποκειμενικό στοιχείο ενώ αρκετές φορές έχουν και λάθη. Σήμερα πάντως θα ρίξουμε μια ματιά στα σχόλια που είχε κάνει ο Ρώσος κληρικός Πορφύριος Ουσπένσκη (ή Ουσπένσκι ή Ουσπένσκυ) για την «Λαϊκή Σχολή» όπως είχε ονομάσει την «Ανωτέρα Ελληνική Σχολή Θεσσαλονίκης».

Η έκδοση είναι απλή και λιτή χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Πρόκειται για ανάτυπο από το περιοδικό «Παρνασσός» που είχε κυκλοφορήσει στα τέλη του 1967. Είναι το 38ο τεύχος μιας σειράς με τίτλο «Κείμενα και μελέται νεοελληνικής φιλολογίας» που είχε υπεύθυνο τον Γεώργιο Ζώρα και από ό, τι κατάλαβα εξέδιδε ανάτυπα του φιλολογικού περιοδικού που έβγαζε ο «Παρνασσός». Κάποιες σημειώσεις στο κάτω μέρος των σελίδων, η γλώσσα είναι καθαρεύουσα, αλλά δεν δημιουργεί προβλήματα κατανόησης του κειμένου.

Ο Ουσπένσκη είχε επισκεφτεί την Θεσσαλονίκη το 1859 στα πλαίσια μιας περιοδείας του σε μονές των Μετεώρων, του Ολύμπου και της Όσσας. Δεν ήταν όμως αυτή η πρώτη φορά που είχε έλθει στην πόλη. Ο Βαλσαμάκης επικεντρώνεται σε ένα σύντομο κομμάτι που μιλάει για την Λαϊκή Σχολή. Στο κομμάτι αυτό ο Ουσπένσκη λέει ότι η Σχολή βρίσκονταν κοντά στο Αγγλικό Προξενείο, παλαιότερα στον χώρο της Σχολής βρισκόταν η οικία του Επίσκοπου Κοζάνης και Σερβίων Βενιαμίν ο οποίος κληροδότησε τόσο το σπίτι όσο και μέρος της βιβλιοθήκης του ώστε να γίνει η Σχολή. Η Σχολή είχε ισόγειο και άνω όροφο, δούλευαν σε αυτήν τέσσερις διδάσκαλοι και είχε 200 μαθητές. Ο Βαλσαμάκης χρησιμοποιώντας και κάποιες άλλες πηγές καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτό που ο Ουσπένσκη είχε αποκαλέσει «Λαϊκή Σχολή» ήταν το γνωστό και ως «Ελληνομουσείο» που λειτουργούσε στην Θεσσαλονίκη από τον 18ο αιώνα, στη συνέχεια αναφερόταν ως «Ανωτέρα Ελληνική Σχολή» και μετέπειτα ονομάστηκε «Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης».

Σχολιάστε

Filed under ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ, Ηρακλής, Συγγραφείς

Ένα γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα στην Θεσσαλονίκη του 1913

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Loin de Salonique

Συγγραφέας: François Sureau

Έκδοση: Gallimard (Ιανουάριος 2026)

Σελίδες: 160

ISBN: 978-2-07-310660-5

Τιμή: Περίπου €19

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Μπήκαμε και στο καλοκαίρι, εποχή που προσωπικά βρίσκω ιδανική για την ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Και καθώς η τελευταία μας ανάρτηση είχε για θέμα της ένα τέτοιο έργο, λέω να το συνεχίσω και να μιλήσουμε σήμερα για ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στις αρχές του χρόνου φέτος στην Γαλλία. Ο συγγραφέας του, ο François Sureau, είναι πολυγραφότατος, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και στις σελίδες του τελευταίου του βιβλίου θα μας μεταφέρει στην Θεσσαλονίκη του 1913 με τον πρωταγωνιστή του, τον Thomas More, για την εξιχνίαση κάποιων δολοφονιών.

Η έκδοση είναι λιτή και όμορφη. Το βιβλίο καλύπτεται από μια κουβερτούρα στην οποία έχουμε μια εικόνα του πώς είναι ο Thomas More, αν και μοιάζει περισσότερο να βρίσκεται σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό της Μέσης Ανατολής παρά στην Θεσσαλονίκη. Το κείμενο είναι ευανάγνωστο, δεν υπάρχει κάτι άλλο άξιο σχολιασμού.

Το βιβλίο είναι το δεύτερο της σειράς με τις περιπέτειες του Thomas More, το πρώτο είχε τίτλο «Les enfants perdus» (Τα χαμένα παιδιά) και είχε κυκλοφορήσει το 2025. Η ιστορία μας ξεκινάει στο γαλλικό προξενείο στο Μοναστήρι τον Μάρτιο του 1913. Εκεί είναι που εργάζεται ο ντετέκτιβ Thomas More και εκεί θα τον επισκεφτεί και θα ζητήσει την βοήθειά του ο Paul Seligmann, ένας Θεσσαλονικιός εβραϊκής καταγωγής, έμπορος δερμάτων. Ο Seligmann θα του ζητήσει την βοήθεια σχετικά με την δολοφονία ενός Γάλλου καθηγητή δικαίου, του Andre Charlot, το πτώμα του οποίου είχε πεταχτεί στον οικογενειακό τάφο που επρόκειτο να ταφεί ο Samuel Carasso, παλιού συνεργάτη της επιχείρησης του Seligmann. Ο More θα δεχτεί και θα ξεκινήσει την έρευνά του η οποία θα κινηθεί στο Μοναστήρι, την Κωνσταντινούπολη και φυσικά την Θεσσαλονίκη. Λίγο καιρό μετά όμως τα πράγματα περιπλέκονται καθώς έχουμε και την δολοφονία του Βασιλέως Γεωργίου Α’ στην πόλη μας. Μπορεί να σχετίζεται το ένα έγκλημα με το άλλο; Και μια τρίτη δολοφονία, της γυναίκας του ανθρώπου που αρχικά είχε προσαχθεί από τις ελληνικές αρχές της Θεσσαλονίκης, πώς μπορεί αυτή να επηρεάζει τα γεγονότα; Οι απαντήσεις τελικά θα δοθούν από τον More, αν και το βιβλίο τελειώνει μοιάζοντας ότι ετοιμάζεται και μια τρίτη συνέχεια της σειράς.

Για αστυνομικό μυθιστόρημα το βιβλίο είναι μάλλον σύντομο και αρκετά πυκνογραμμένο. Αλλά δεν νομίζω ότι ο Sureau ενδιαφέρεται τόσο πολύ για το noir στοιχείο στην υπόθεσή του, όσο για το ιστορικό κομμάτι του. Εντάσσει την υπόθεση στην Θεσσαλονίκη του και την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας την άνοιξη του 1913. Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά τα πάντα είναι ρευστά. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει φύγει από την Ευρώπη, η Θεσσαλονίκη είναι πια κομμάτι του ελληνικού κράτους (χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη σιγουριά για αυτό το γεγονός), η Μακεδονία είναι ένα καζάνι που βράζει, ένας τόπος που τίποτα δεν ξεχνιέται και οι πληγές δεν κλείνουν, αλλά κακοφορμίζουν με το πέρασμα του χρόνου. Τα εθνικά πάθη, οι φιλοδοξίες και τα όνειρα των κρατών, η βιαιότητα και τα εγκλήματα των πολέμων ρίχνουν περαιτέρω λάδι σε μια φωτιά που δεν λέει να σβήσει. Σε λίγους μήνες άλλωστε θα ξεκινήσει ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος και τον επόμενο χρόνο από το Σαράγεβο η Ευρώπη όλη θα μπει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σκηνικό αυτό με τις ποικιλίες των εθνικών ομάδων και τις δυσκολίες συνύπαρξης αυτών καθώς επίσης και το μωσαϊκό φυλών που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας ήταν κάτι που γοήτευε τους Ευρωπαίους και σε μεγάλο βαθμό τους Γάλλους, η Ανατολή για αυτούς ήταν ένα μυστήριο, κάτι που είχε αναδειχτεί τόσο με τα έργα του Pierre Loti (πχ στην περίφημη «Αζιγιαντέ«), όσο και με έργα άλλων συγγραφέων που έτυχε να περάσουν από την Θεσσαλονίκη με τα στρατεύματα της Αντάντ (πχ στα μυθιστορήματα «A Salonique sous l’œil des Dieux!» και «Praxo«). O Sureau επιστρέφει σε αυτήν την Θεσσαλονίκη και σε αυτήν την Μακεδονία συνδυάζοντας το ιστορικό με το αστυνομικό μυθιστόρημα. Το αστυνομικό κομμάτι του έργου ανήκει στην κατηγορία των «whodunnit» έργων, ο More παρατηρεί, μιλάει με τις πηγές του, ενώνει τα κομμάτια και φτάνει στην λύση. Το ιστορικό κομμάτι έχει αρκετό ενδιαφέρον, με σωστά και λάθη (πχ γράφει ότι ο Βασιλέας Γεώργιος Α’ ανήκε στην βαυαρική βασιλική οικογένεια) και ανάμειξη αληθινών προσώπων με φανταστικούς χαρακτήρες. Ενδιαφέρον έχει το ότι ο Sureau θα μιλήσει για την «κόντρα» που υπήρχε στην πόλη μεταξύ των Εβραίων Θεσσαλονικέων, όπου κάποιοι ήταν σιωνιστές (αναφέρεται και η παρουσία του μετέπειτα πρώτου Πρωθυπουργού του Ισραήλ, του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν στην πόλη) και κάποιοι ήταν υπέρ της παραμονής στην Θεσσαλονίκη, ενώ γράφει και για την ανησυχία σχετικά με την μοίρα της Εβραϊκής Κοινότητας μετά την επικράτηση των ελληνικών δυνάμεων και την είσοδό τους στην Θεσσαλονίκη.

Ο βασικός πρωταγωνιστής του έργου, ο Thomas More, κινείται στην σφαίρα του πραγματικού και του φανταστικού. Δεν καταλαβαίνω τι εξυπηρετεί το γεγονός ότι εμφανίζει χαρακτηριστικά ενός Highlander, ενός ανθρώπου που ζει και κινείται μέσα στον χρόνο έξω από τα ανθρώπινα πλαίσια. Προσωπικά δεν μου άρεσε το γεγονός ότι είναι ένας υπερήρωας, αλλά ίσως σε άλλους τους γοητεύσει. Στο βιβλίο υπάρχει και σύνδεση με το πρώτο βιβλίο της σειράς (όχι πάντως καθοριστική) ενώ δεν έχω καταλάβει την ανάγκη του ρομαντικού στοιχείου στην ιστορία.

Η Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος που διαδραματίζεται μεγάλο μέρος της δράσης. Υπάρχουν κάποια σημεία και κάποιες περιγραφές που μου άρεσαν ιδιαίτερα, η πόλη φαίνεται ότι γοητεύει τον συγγραφέα, κυρίως ο χαρακτήρας και το χρώμα της με την συνύπαρξη πολλών διαφορετικών ανθρώπων σε αυτήν. Είπαμε και πριν, η πόλη είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα μεταξύ των άλλων πόλεων της Ανατολής.

Προσωπικά το βιβλίο σε γενικές γραμμές μου άρεσε. Το βρήκα σε βιβλιοπωλείο του Παρισιού, αλλά σίγουρα είναι πιο εύκολο να το αποκτήσετε μέσω διαδικτύου. Προστίθεται πάντως άλλο ένα ξενόγλωσσο έργο στην βιβλιογραφία της πόλης και αυτό σίγουρα έχει ενδιαφέρον και αξία.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, SUREAU, François

Ένα ιδιαίτερο αστυνομικό μυθιστόρημα στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη – Το πιο τελευταίο έργο του Βασίλη Παπαγεωργίου

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Φόνοι στη Θεσσαλονίκη

Συγγραφέας: Βασίλης Παπαγεωργίου

Έκδοση: Σαιξπηρικόν (2025)

Σελίδες: 142

ISBN: 978-618-5692-70-4

Τιμή: Περίπου €13

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Δεν είναι λίγες οι φορές που η αστυνομική λογοτεχνία χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς ως ένα μέσο έκφρασης προβληματισμών και σκέψεων για θέματα της σύγχρονης επικαιρότητας. Το είχαμε δει αυτό για παράδειγμα στο «Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα» όπου ο Πάνος Ιωαννίδης είχε μιλήσει για τις γυναικοκτονίες στην χώρα ή στο «Κρυφό αίμα» όπου ο Τάσος Παπαναστασίου έγραψε για την οπαδική βία και την προέλευσή της. Στο βιβλίο που θα δούμε σήμερα πάντως ο συγγραφέας του, ο Βασίλης Παπαγεωργίου, συνθέτει την noir γραφή με στοιχεία φιλοσοφικών αναζητήσεων για την ανθρώπινη παρουσία, την κοινωνική συνύπαρξη, την κατάσταση στην χώρα και πολλά άλλα.

Η έκδοση είναι απλή, λιτή και όμορφη όπως κάθε δουλειά που έχουμε δει από το Σαιξπηρικόν. Στο εξώφυλλο μια φωτογραφία του φάρου στο Αγγελοχώρι (ένα από τα πολλά σημεία της ευρύτερης Θεσσαλονίκης στα οποία θα μας ταξιδέψει ο Παπαγεωργίου), το κείμενο είναι ευανάγνωστο, από τα βιβλία που προσωπικά μου αρέσουν ως όψη, δεν θέλουν να σε κρατήσουν με τις εντυπωσιακές εικόνες και τα έντονα χρώματα.

Τον Βασίλη Παπαγεωργίου τον είχαμε γνωρίσει στην Vivlioniki μέσα από δυο άλλα έργα του (από τα πολλά) που έχει γράψει, αρχικά από το μυθιστόρημα «Νυμφαίος θάνατος» και στη συνέχεια από το ποιητικό λεύκωμα (πάντρεμα εικόνας και ποιημάτων, δεν νομίζω να είναι δόκιμος όρος) «Μοναχική ανθοφορία» που είναι από τα λίγα σχετικά έργα που έχουμε δει με θέμα την Καραντίνα που περάσαμε. Και τα δύο είναι ιδιαίτερα απαιτητικά κείμενα που θέλουν τον αναγνώστη προσηλωμένο στην ροή και ανοιχτό στην σκέψη και στον προβληματισμό ώστε να μπορεί να δεχτεί την αφήγηση του Παπαγεωργίου. Ομοίως και το τελευταίο έργο του που θα δούμε σήμερα, το «Φόνοι στη Θεσσαλονίκη», αν και ομολογώ ότι μου φάνηκε πιο ομαλή η ροή, ίσως επειδή ήξερα μέσες άκρες τι να περιμένω, ίσως η επιλογή του noir φόντου στην ιστορία, δεν μπορώ να πω με σιγουριά.

Το περιεχόμενο του βιβλίου κινείται σε δύο επίπεδα:

Το ένα είναι το καθαρά αστυνομικό με το οποίο και ξεκινάει το βιβλίο. Μία εν ψυχρώ δολοφονία στα φανάρια πριν την έξοδο για την ΠΑΘΕ. Μια νεαρή γυναίκα θα καταγράψει στο κινητό της το γεγονός. Ο αστυνόμος Α θα αναλάβει την υπόθεση και θα ψάξει να βρει κυρίως τα αίτια, γιατί από νωρίς γνωρίζει ποιος είναι ο δολοφόνος. Με την έρευνα θα βρεθούν και άλλοι φόνοι που έγιναν από το ίδιο άτομο και σιγά σιγά θα αρχίσουν να απαντώνται κάποια ερωτήματα και απορίες. Όμως το πιο σημαντικό, η σύλληψη του δράστη, δεν φαίνεται εύκολη. Για το τέλος δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα πέρα από το ότι μου άρεσε.

Το άλλο είναι όλα τα υπόλοιπα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται ο Παπαγεωργίου. Φιλοσοφικές αναζητήσεις, σχολιασμός της επικαιρότητας και της κατάστασης στην χώρα, προβληματισμός για τις ανθρώπινες σχέσεις, την κοινωνία, την ηθική, το αίτιο των πράξεων και πολλά άλλα. Αυτά όλα δίνονται κυρίως μέσα από τους διαλόγους των πρωταγωνιστών και τις σκέψεις τους. Σχεδόν κάθε συνάντηση, κάθε περιγραφή, κάθε κίνηση κάποιου πρωταγωνιστή κρύβει από πίσω της ένα θέμα προς διερεύνηση, είναι μια απόπειρα του Παπαγεωργίου να συνομιλήσει με τον αναγνώστη του.

Μου είναι δύσκολο να περιγράψω λογοτεχνικά το έργο. Υπάρχουν κομμάτια ρεαλισμού στα οποία ο Παπαγεωργίου χρησιμοποιεί λεπτομερέστατες περιγραφές για κάθε τι. Δεν αφήνει στην φαντασία του αναγνώστη πολλά πράγματα, ορίζει απόλυτα το περιβάλλον που κινούνται οι ήρωές του. Κυρίαρχα χρώματα το λευκό και το μαύρο. Οι χαρακτήρες επίσης δεν έχουν ονόματα, αλλά ιδιότητα. Έχουμε έτσι τον δολοφόνο, την «νεαρή γυναίκα», τον αστυνόμο Α, τον αστυνομικό διευθυντή, τον «πληροφοριοδότη» κτλ.. Φαντάζομαι κάτι τέτοιο γίνεται γιατί ο συγγραφέας θέλει να αποφορτίσει τους χαρακτήρες του (πρωταγωνιστές ή μη) από το βάρος που μπορεί να έχει ένα όνομα, υπάρχουν μόνο περιγραφές της εικόνας αυτών, οι σκέψεις και τα λεγόμενά τους. Οι διάλογοι ξεφεύγουν από το πεδίο του ρεαλισμού ενώ νομίζω (χωρίς να είμαι σίγουρος) ότι έχουμε κομμάτια εσωτερικού μονόλογου κυρίως στα σημεία που πρωταγωνιστεί ο αστυνόμος και η νεαρή γυναίκα.

Η Θεσσαλονίκη μοιάζει να είναι κάτι παραπάνω από ένας τόπος δράσης του μυθιστορήματος. Υπάρχουν πολλές αναφορές σε τόπους και γωνιές της πόλης, λεπτομερείς περιγραφές των κινήσεων των πρωταγωνιστών στους δρόμους και τα σημεία της Θεσσαλονίκης, σχολιασμός για την κατάσταση που βρίσκεται η πόλη και τα προβλήματά της. Αξίζει να έχει κάποιος και έναν χάρτη της πόλης για να παρατηρεί το πού μεταφέρει ο Παπαγεωργίου τους ήρωές του. Είναι ο κεντρικός πυρήνας της πόλης, η Παλιά Παραλία, η Άνω Πόλη, η περιοχή του Βότση, το Λιμάνι, η Βασιλίσσης Όλγας, η Φράγκων, η Νέα Ελβετία, η περιοχή του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού, αλλά και το Αγγελοχώρι και οι αγροί μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κατερίνης.

Προσωπικά το βιβλίο μου άρεσε. Η πλοκή, οι προβληματισμοί, το τέλος (σημαντικό για την noir λογοτεχνία), το χτίσιμο των χαρακτήρων. Δεν γνωρίζω αν σε κάποιο άλλο βιβλίο του ο συγγραφέας έχει επιλέξει το αστυνομικό μυθιστόρημα ως μέσο να εκφράσει τις σκέψεις του ή αν αυτή είναι η πρώτη του απόπειρα. Είναι από τα έργα που δύσκολα θα διαβάσεις στο μετρό (το επιχείρησα προσωπικά και δεν τα κατάφερα), θέλει ηρεμία και διάθεση να αφεθείς απόλυτα στην γραφή του κειμένου. Στο τέλος τα θέματα που θα έχουν αναδειχτεί είναι πάρα πολλά, για τους ανθρώπους, τα συναισθήματά τους, την πολιτική επικαιρότητα, την ηθική και την αιτία των πράξεων. Πάντως σε ένα «σκοτεινό» βιβλίο, μου χαράκτηκε κυρίως στο μυαλό μια ιδιαίτερα αισιόδοξη (στα μάτια μου) φράση. Είναι προς το τέλος, δεν μπορώ να σας πω ποιος/ποια την λέει, αλλά θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας ως κατακλείδα αυτής της παρουσίασης: «…σκέφτηκα ότι τον κόσμο δεν τον δημιούργησε κάποιος νους, αλλά κάποια καρδιά. Ίσως μια μόνη καρδιά που αποζήτησε την συντροφιά άλλων καρδιών. Μια καρδιά που νιώθει πρώτα και μετά σκέφτεται.» Όταν πιάσετε το βιβλίο, προσεγγίστε το με την καρδιά, όχι με το μυαλό.

Σχολιάστε

Filed under ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Βασιλης, Συγγραφείς

Ο Απόστολος Παπαγιαννόπουλος γράφει για προβλήματα της Θεσσαλονίκης του 1975

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Θεσσαλονίκη 4, προβλήματα

Συγγραφέας: Απόστολος Παπαγιαννόπουλος

Έκδοση: Ιδιωτική Έκδοση (1975)

Σελίδες: 52

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Θεσσαλονίκη δεν δημιουργήθηκαν ξαφνικά και από το πουθενά. Είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς ενεργειών και διαδικασιών, συνδυασμός ιδιωτικών και κρατικών πρωτοβουλιών, οι οποίες παρατηρήθηκαν μεταπολεμικά κυρίως και σχετίζονται άμεσα με το μοντέλο ανάπτυξης που επιλέχθηκε για την χώρα συνολικά. Το μοντέλο αυτό ήθελε την συγκέντρωση όλων των εμπορικών, βιομηχανικών και διοικητικών δραστηριοτήτων σε συγκεκριμένα αστικά κέντρα, κυρίως την Αθήνα και κατά δεύτερο λόγο την Θεσσαλονίκη. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την καταστροφή της υπαίθρου λόγω των πολεμικών ενεργειών (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος Πόλεμος) είχε ως αποτέλεσμα την μετακίνηση των πληθυσμών στις πόλεις και την γιγάντωση αυτών σε βαθμό τέτοιο που δεν μπορούσαν οι πόλεις αυτές εύκολα να το διαχειριστούν. Το βιβλίο που θα δούμε σήμερα βγήκε πριν από 51 χρόνια και είχε για θέμα του κάποια από τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο στο μακρινό 1975. Τα προβλήματα αυτά είναι η «ρίζα του κακού» για πολλά από τα θέματα που ταλαιπωρούν σήμερα τους κατοίκους της πόλης μας (έλλειψη πρασίνου, συγκοινωνιακά προβλήματα, άναρχη οικοδόμηση, μόλυνση περιβάλλοντος κα.). Συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Απόστολος Παπαγιαννόπουλος, τον οποίον οι περισσότεροι γνωρίζουν για τα έργα ιστορικού περιεχομένου που είχε γράψει (κάποια από αυτά είχαν παρουσιαστεί και στην Vivlioniki και μπορείτε να τα δείτε εδώ, εδώ και εδώ).

Η έκδοση είναι απλή και λιτή. Τα κείμενα και κάποιες εικόνες που τα συνοδεύουν βρίσκονται μόνο στις δεξιές σελίδες (τις αποκαλούμενες και «recto» όπως έμαθα πρόσφατα ότι λέγονται στο βιβλίο του Γιάννη Καρλόπουλου). Χρησιμοποιήθηκε η γραμματοσειρά που μοιάζει με αυτήν της γραφομηχανής. Η σύνταξη του τίτλου είναι κάπως περίεργη, μάλλον το «,» έπρεπε να είναι πριν το «4». Κατά τα άλλα την βρήκα μια συμπαθητική δουλειά, αν σκεφτεί κανείς ότι μάλλον είναι ιδιωτική έκδοση.

Στο εξώφυλλο αναφέρεται ότι το 1975 ήταν το Ευρωπαϊκό Έτος Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Και κάπου μέσα στο βιβλίο λέει ότι τον Οκτώβριο του 1973 είχε γίνει στην Θεσσαλονίκη ένα διεθνές συνέδριο του ICOMOS (International Council on Monuments and Sites). Οπότε φαίνεται πως είχαν ήδη ξεκινήσει οι ανησυχίες για κάποια προβλήματα που αντιμετώπιζε η Θεσσαλονίκη που είχαν να κάνουν με την καταστροφή τόσο του φυσικού τοπίου, όσο όμως και του αστικού. Ο Παπαγιαννόπουλος ήταν αρχιτέκτονας και θέλησε μέσα από αυτό το μικρό βιβλίο να επισημάνει κάποια από αυτά τα προβλήματα και να παρουσιάσει μερικές προτάσεις, μάλλον προσωπικές καθώς δεν αναφέρεται κάποιος φορέας τον οποίο να εκπροσωπεί. Στον πρόλογο πάντως γράφει ότι το βιβλίο δεν απευθύνεται στους ειδικούς, «…αλλά στον καθένα, που προβληματίζεται για τα κοινά.».

Πάμε λοιπόν εν συντομία να δούμε ποια είναι αυτά τα τέσσερα προβλήματα στα οποία αναφέρεται ο Παπαγιαννόπουλος:

  1. Δημογραφικό πρόβλημα: Εδώ ο Παπαγιαννόπουλος δεν μιλάει για την μείωση των γεννήσεων, αλλά για την υπέρμετρη και απότομο αύξηση του πληθυσμού των αστικών κέντρων και πιο συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης. Ειδικά οι αλλαγές που είχαμε σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές μεταξύ του 1961 και του 1971 ήταν τεράστιες και πολύ δύσκολα θα μπορούσε μια πόλη να τις αντιμετωπίσει. Σε μερικές περιοχές και κυρίως της δυτικής Θεσσαλονίκης η αύξηση του πληθυσμού ήταν τεράστιες, αναφέρεται πχ ότι για την Κοινότητα Ευόσμου, ενώ το 1961 ο πληθυσμός ήταν 7713 άτομα, το 1971 είχε φτάσει τα 22390. Ο συνολικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είχε αυξηθεί κατά 46,8% σε μόλις δέκα χρόνια! Όλος αυτός ο κόσμος έπρεπε κάπου να μείνει, να δουλέψει, να εκπαιδευτεί κτλ., οπότε μοιραία είχαμε την δημιουργία του δεύτερου προβλήματος.
  2. Πολεοδομικό πρόβλημα: Με τέτοια αύξηση του πληθυσμού, θα έπρεπε πάρα πολύ γρήγορα να συνταχτεί ένα σχέδιο ώστε οι κάτοικοι της πόλης να μείνουν σε περιοχές που θα μπορούσαν να εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων αυτών. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν έγινε και ευθύνες για αυτό υπάρχουν στο Κράτος και τις υπηρεσίες του (γραφειοκρατία, αργές διαδικασίες, έλλειψη νομοθεσίας, πολιτικές σκοπιμότητες) και στους ιδιώτες (κερδοσκοπία, αδιαφορία ή άγνοια για την σημασία του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος). Ό,τι μπορούσε να γίνει οικόπεδο και να χτιστεί μετατρέπονταν σε τσιμέντο και πολυώροφες οικοδομές χωρίς κάποια πρόβλεψη για πιθανά προβλήματα που θα δημιουργούνταν. Στην εποχή μας οι αρχές και οι κάτοικοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα αυτά που δημιουργήθηκαν από την άναρχη ανάπτυξη της πόλης.
  3. Ιστορικός χώρος: Η άναρχη ανάπτυξη και οι ανάγκες εξυπηρέτησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού καθώς και οι ιστορικές συγκυρίες είχαν ως αποτέλεσμα την αδιαφορία αρχών και πολιτών για την καταστροφή ή την υποβάθμιση του ιστορικού περιβάλλοντος της πόλης. Μνημεία κρύβονταν ανάμεσα σε πολυκατοικίες (πχ Αλατζά Ιμαρέτ, Αγία Αικατερίνη, ακόμη και η Αχειροποίητος, τα Τείχη είχαν γίνει τοίχος προσφυγικών σπιτιών κτλ.). Κτίσματα μεγάλης αρχιτεκτονικής ομορφιάς γκρεμίζονταν με την ευθύνη ιδιοκτητών και εργολάβων, ειδικά στην περιοχή των Εξοχών (ο Παπαγιαννόπουλος μιλάει για «νεοκλασσικά», αλλά ο όρος δεν είναι σωστός, μάλλον τον έγραψε για να καταλάβουν οι αναγνώστες του). Σήμερα βέβαια στο κομμάτι αυτό υπάρχει σαφής βελτίωση, αλλά το 1975 δυστυχώς δεν υπήρχε το σημερινό ενδιαφέρον για την προστασία των μνημείων και της ιστορίας της πόλης.
  4. Φυσικό περιβάλλον: Δεν θα μπορούσε φυσικά να μην υπάρχουν επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, με την μείωση των ελεύθερων χώρων και του πράσινου και επιπτώσεις στην εικόνα του Θερμαϊκού και της καθαρότητας των νερών του αλλά και με την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας.

Για κάθε ένα από αυτά ο Παπαγιαννόπουλος παρέθετε κάποιες προτάσεις. Κάποιες από αυτές υλοποιήθηκαν μετά από χρόνια, κάποιες παρέμειναν στο επίπεδο της έκθεσης ιδεών.

Προσωπικά βρήκα αρκετά ενδιαφέρον το βιβλίο. Χωρίς να είναι ένα επιστημονικό σύγγραμμα, παρουσιάζει για το κοινό την εικόνα της πόλης για την συγκεκριμένη χρονική στιγμή που είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο. Σήμερα μπορούμε να κάνουμε κάποιες συγκρίσεις, αλλά κυρίως μπορούμε να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε κάποια από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς οι φωνές που ανησυχούσαν για την εξέλιξη και την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης ήταν λίγες και δεν είχαν ακουστεί όταν θα έπρεπε (να θυμίσω και τα δύο λευκώματα που είχαμε δει από τους Παύλο Ανδρεάδη και Άγγελο Καλογερόπουλο για την Θεσσαλονίκη που χάνονταν και μπορείτε να τα δείτε εδώ και εδώ). Κυρίως πιστεύω ο Παπαγιαννόπουλος ήθελε να ευαισθητοποιήσει τους Θεσσαλονικείς για μια καταστροφή που είχε ήδη έλθει στην πόλη, αλλά φαντάζομαι ο ήχος του κέρδους ήταν πολύ ισχυρότερος και σκέπαζε όλους όσους ήθελαν να μιλήσουν για την ανάγκη προστασίας της Θεσσαλονίκης. Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε σήμερα σε διάφορους τομείς.

Σχολιάστε

Filed under ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Απόστολος, Συγγραφείς

Δυο μικροί γαλλόφωνοι τουριστικοί οδηγοί της Θεσσαλονίκης από το 1953 και το 1965

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Α’ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Thessaloniki – Un petit guide

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος – Διεύθυνση Ιστορικών και Αρχαιολογικών Μνημείων (1953)

Σελίδες: 12

ISBN: –

Τιμή: –

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Β’ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Monuments de Thessaloniki

Συγγραφέας: Αλεξάντρα Παραφεντίδου

Έκδοση: Άγνωστος (1965)

Σελίδες: 24

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στη σημερινή ανάρτηση θα δούμε δύο μικρά βιβλιαράκια τα οποία σκέφτηκα να παρουσιαστούν μαζί καθώς έχουν κάποιες ομοιότητες. Είναι και τα δύο στην γαλλική γλώσσα, αποτελούν μιας πρώτης μορφής οδηγούς μνημείων της Θεσσαλονίκης που φαντάζομαι απευθύνονταν στους πρώτους τουρίστες που επισκέπτονταν την πόλη όταν ακόμη ο τουρισμός ήταν μάλλον σε νηπιακό στάδιο και φανερώνουν αμφότερα το τι θεωρούνταν ως αξιοθέατο της Θεσσαλονίκης και άξιο να προβληθεί στα χρόνια εκείνα.

Η έκδοση είναι απλή και λιτή και στα δυο βιβλιαράκια. Ειδικά αυτό του 1953 έχει μόνο κείμενο και στην μέση έναν χάρτη της Θεσσαλονίκης όπου σημειώνονται 32 σημεία ενδιαφέροντος. Ο οδηγός του 1965 είναι σίγουρα περισσότερο προσεγμένος και αξίζει να σημειωθεί ότι περιέχει και κάποιες φωτογραφίες του Γιώργου Λυκίδη, ενώ περιέχει τον χάρτη της Θεσσαλονίκης με 21 σημεία ενδιαφέροντος στο τέλος του. Χωρίς να είμαι σίγουρος, υποθέτω ότι και οι δύο οδηγοί διατίθεντο δωρεάν. Στην Vivlioniki είχαμε δει παλαιότερα έναν άλλον τουριστικό οδηγό στα γαλλικά ο οποίος είχε κυκλοφορήσει το 1968 με συγγραφέα τον Γιώργο Ζωγραφάκη. Για τα δεδομένα της εποχής που είχαν κυκλοφορήσει και ως μια πρώτη επαφή των αναγνωστών με τα μνημεία της Θεσσαλονίκης νομίζω ότι ήταν δυο αξιοπρεπείς δουλειές.

Ας ρίξουμε λοιπόν μια σύντομη ματιά στις δύο εκδόσεις ξεκινώντας με αυτήν του 1953. Το βιβλίο ξεκινάει με ένα σύντομο χρονολόγιο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης το οποίο ξεκινάει από το 315 π.Χ. και φτάνει έως το 1912 και το τέλος της Οθωμανικής κυριαρχίας. Δίνονται σύντομα στοιχεία για την αρχιτεκτονική και τον διάκοσμο των μνημείων που είχαν χρησιμοποιηθεί ως χριστιανικοί ναοί, δηλαδή Άγιο Γεώργιο (Ροτόντα), Άγιο Δημήτριο, Αχειροποίητο, Όσιο Δαυίδ, Αγία Σοφία, Παναγία Χαλκέων, Άγιοι Απόστολοι, Αγία Αικατερίνη, Προφήτη Ηλία, Άγιο Νικόλαο Ορφανό, Μεταμόρφωση του Σωτήρα, Ταξιάρχες και Μονή Βλατάδων. Λίγα στοιχεία δίνονται για τα τείχη της πόλης (εκεί είναι και η μόνη αναφορά στον Λευκό Πύργο) ενώ το βιβλίο κλείνει με λίγα λόγια για το Αρχαιολογικό Μουσείο που εκείνη την περίοδο στεγαζόταν στο Γενί Τζαμί. Αν εξαιρέσουμε δηλαδή δυο λόγια για την Καμάρα και το Γαλεριανό Ανάκτορο στην αρχή, στον οδηγό αναφέρονται μόνο μνημεία που σχετίζονται με την Βυζαντινή περίοδο. Δεν υπάρχει λέξη ούτε για Οθωμανικά μνημεία, ούτε για νεότερα.

Ο δεύτερος οδηγός είναι σίγουρα περισσότερο προσεγμένος. Δεν αναφέρεται πουθενά ο εκδότης. Στην αρχή έχουμε την βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τα κείμενα. Το βιβλίο ξεκινάει με μια σύντομη ιστορική αναδρομή της Θεσσαλονίκης από την νεολιθική εποχή και τον οικισμό της Τούμπας, γίνεται αναφορά στην αρχαία Θέρμη, στην ίδρυση της πόλης και φτάνουμε και εδώ έως το 1912. Και εδώ το αντικείμενο του οδηγού είναι σχεδόν αποκλειστικά τα βυζαντινά μνημεία και πιο συγκεκριμένα οι εκκλησίες οι οποίες είχαν αναφερθεί και στον προηγούμενο οδηγό. Πάντως εδώ τα κείμενα είναι πιο πλούσια, δίνουν περισσότερες πληροφορίες και ο λόγος έχει καλύτερη ροή.

Προσωπικά βρήκα ενδιαφέροντες και τους δύο οδηγούς, όχι ίσως τόσο για το υλικό τους, όσο για το ότι φανερώνουν μια τάση σε εκείνα τα χρόνια να αναδειχτεί σχεδόν αποκλειστικά το Βυζαντινό παρελθόν της πόλης. Σίγουρα κάποιος σήμερα μπορεί στο διαδίκτυο ή σε σύγχρονους έντυπους τουριστικούς οδηγούς να βρει πλουσιότερα κείμενα και καλύτερες φωτογραφίες. Εδώ πάντως είναι μια αρχική προσπάθεια να παρουσιαστούν στον ξένο επισκέπτη της πόλης τα βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΑΡΑΦΕΝΤΙΔΟΥ, Αλεξάνδρα, Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ένας οδηγός αγοράς της Θεσσαλονίκης από το 1983

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τίτλος: Θεσσαλονίκη – Οδηγός αγοράς 1983

Συγγραφέας: Συλλογικό έργο

Έκδοση: Abas ΑΕ

Σελίδες: 214

ISBN: –

Τιμή: –

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα παλιά τα χρόνια, πριν το διαδίκτυο εισβάλει στην ζωή μας, οι τηλεφωνικοί κατάλογοι και οι χρυσοί οδηγοί ήταν αρκετά χρήσιμα εργαλεία. Θυμάμαι που μας τους άφηναν στην είσοδο της πολυκατοικίας, έναν για κάθε διαμέρισμα. Τότε δυστυχώς δεν γνώριζα ή δεν φανταζόμουν πόσο χρήσιμοι θα είναι μετά από 40 χρόνια, έτσι δεν κράτησα κανέναν και βρήκα έναν από τύχη σε αρκετά καλή κατάσταση. Τους καταλόγους αυτούς τους εξέδιδε ο ΟΤΕ βάσει φαντάζομαι της βάσης δεδομένων που είχε και των συνδρομητών. Σήμερα πάντως θα ρίξουμε μια σύντομη ματιά σε έναν οδηγό αγοράς ο οποίος είχε βγει από μια ιδιωτική εταιρεία και είχε την λειτουργία του Χρυσού Οδηγού.

Για την έκδοση δεν έχω να σχολιάσω και πολλά. Είναι η τυπική εικόνα αυτών των εντύπων, με φθηνό χαρτί για να είναι οικονομική η παραγωγή τους και αρκετές φωτογραφίες διαφημιστικού περιεχομένου. Οι επαγγελματικές κατηγορίες υπάρχουν με αλφαβητική σειρά και το ευρετήριο βρίσκεται στην αρχή. Στην αρχή επίσης θα βρούμε και τηλέφωνα και διευθύνεις διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών, οργανισμών, προξενείων κτλ.. Στο τέλος υπάρχει χάρτης της Θεσσαλονίκης (όχι πλήρης) και κάποιες πληροφορίες στα αγγλικά. Για τον σκοπό που εξυπηρετούσε νομίζω είναι μια αξιοπρεπής έκδοση.

Ο οδηγός ουσιαστικά κάλυπτε τα έξοδα και έβγαζε το κέρδος του από τις διαφημίσεις και τις καταχωρήσεις. Οπότε λείπουν πολλές επιχειρήσεις και επαγγελματίες οι οποίοι δεν ενδιαφέρθηκαν να μπούνε στον οδηγό. Βέβαια μετά από 43 χρόνια είναι σημαντικό ότι μας δίνονται πληροφορίες για το πού βρίσκονταν κάποια μαγαζιά, ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι και λοιπές επιχειρήσεις. Όλοι αυτοί είναι κομμάτι της μικροϊστορίας της Θεσσαλονίκης και σε μελλοντικές μελέτες ίσως φανούν χρήσιμες τέτοιες πληροφορίες.

Προσωπικά βρήκα τον οδηγό ενδιαφέρον, αν και σε σχέση με τον Χρυσό Οδηγό του ΟΤΕ ήταν λιγότερο ενημερωμένος. Αξίζει να ξεφυλλιστεί, ίσως κάποιος μεγαλύτερος σε ηλικία βρει στοιχεία για την δική του δουλειά.

Σχολιάστε

Filed under Συγγραφείς, ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ