dem
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /deːm/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : dem
Άρθρο
[επεξεργασία]dem (de)
- δοτική ενικού του αρσενικού
Dem Krankenwagen stand ein Auto im Weg.
Ένα αυτοκίνητο εμπόδιζε τη διέλευση του ασθενοφόρου.
- δοτική ενικού του ουδέτερου
Dem Haus sollte man einen neuen Anstrich verleihen.
Το σπίτι χρειάζεται ένα φρεσκάρισμα.
Αντωνυμία
[επεξεργασία]dem (de)