Μετάβαση στο περιεχόμενο

dem

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /deːm/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : dem

dem (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. δοτική ενικού του αρσενικού
    παράδειγμα Dem Krankenwagen stand ein Auto im Weg.
         Ένα αυτοκίνητο εμπόδιζε τη διέλευση του ασθενοφόρου.
  2. δοτική ενικού του ουδέτερου
    παράδειγμα Dem Haus sollte man einen neuen Anstrich verleihen.
         Το σπίτι χρειάζεται ένα φρεσκάρισμα.

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

dem (de)

  1. (αναφορική)
    1. που δοτική ενικού του αρσενικού
      παράδειγμα Der Hund, dem du einen Tritt gegeben hast.
           Ο σκύλος που κλότσησες.
    2. που δοτική ενικού του ουδέτερου
      παράδειγμα Das Pferd, dem du Futter gegeben hast.
           Το άλογο που τάισες.
  2. (δείκτη)
    1. δοτική ενικού του αρσενικού/ουδέτερου
      παράδειγμα Dem hab' ich es aber gegeben!
           Του την έφερα όμως!