einer
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈaɪ̯nɐ/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ei‐ner
Άρθρο
[επεξεργασία]einer (de)
Αριθμητικό
[επεξεργασία]einer (de)
Αντωνυμία
[επεξεργασία]einer (de)
- αόριστα
- ονομαστική ενικού του αρσενικού
Einer der drei Jungs ist meiner.
Ένας από τους τρεις νεαρούς είναι δικός μου.
- γενική ενικού του θηλυκού
Die Hexe hat mich verprügelt, nachdem ich sie gerettet habe. Das ist so einer Dankbarkeit.
Η μάγισσα με έδειρε, αφού την έσωσα. Αυτή είναι τέτοιων ευγνωμοσύνη.
- δοτική ενικού του θηλυκού
Die Wohnung von Hilde war ja unglaublich. In so einer müsste man wohnen.
Το διαμέρισμα της Χίλντε ήταν πραγματικά απίστευτο. Σε ένα τέτοιο θα έπρεπε να μένει κανείς.
- ονομαστική ενικού του αρσενικού