Μετάβαση στο περιεχόμενο

ist

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: isst

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɪst/ αργκό: /ɪs/
 
 

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ist (de)

  • είναι (γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του sein)
    παράδειγμα Sie ist sehr hübsch.
         Είναι πολύ όμορφη.
    παράδειγμα 'Alles ist gut.'
         Όλα είναι καλά.
  • υπάρχει
    παράδειγμα In der Schublade ist eine Schere.
         Στο συρτάρι υπάρχει ένα ψαλίδι.