Μετάβαση στο περιεχόμενο

number one

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
number one < → δείτε τις λέξεις number και one

Επίθετο

[επεξεργασία]

number one (en) (χωρίς παραθετικά)

  • (μόνο πριν από το ουσιαστικό, ανεπίσημο) υπ' αριθμόν ένα, ο σπουδαιότερος, ο σημαντικότερος, ο πιο γνωστός
    παράδειγμα  Headaches are the number one public health problem.
    Οι κεφαλαλγίες είναι το υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο πρόβλημα υγείας.