Μετάβαση στο περιεχόμενο

ria

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
1η κλίση, αρσενικό παροξύτονο ανισοσύλλαβο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
ri(g)a(s)
ri(g)àdi
γενική
ri(g)a
ri(g)àdo
αιτιατική
ri(g)a
ri(g)àdu
κλητική
ri(g)a
ri(g)àdi

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ria < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρήγας < λατινική rex

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ria (rìa)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • rìa Vocabolario σελ.382 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
  • ríga, σελίδα 215 -Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880