Μετάβαση στο περιεχόμενο

seo

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
2η κλίση, αρσενικό οξύτονο ισοσύλλαβο
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική
seò(s)
seì
γενική
seù
seò
αιτιατική
seò
seù
κλητική
seè1, seò
seì
1. Η κλητική σε -e μαρτυρείται μόνο στα ιδιώματα της Απουλίας.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
seo < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θεός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

seo (seò)