έαρ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | έαρ | τα | |
| γενική | του | έαρος | των | |
| αιτιατική | το | έαρ | τα | |
| κλητική | έαρ | |||
| όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έαρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔαρ. Ομόρριζα: μπαχάρι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈe.aɾ/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : έ‐αρ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έαρ, -ος ουδέτερο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έαρ
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Εποχές (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)