δε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- 1. δε < (αποφατικό μόριο) κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική δεν (< αρχαία ελληνική οὐδέν)
- 2. δε < (σύνδεσμος) λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική δέ
Μόριο
[επεξεργασία]δε
- (προφορικό) άλλη μορφή του δεν
δε θέλω, δε σε βρίζω
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Χρησιμοποιείται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο.
- Ο Μπαμπινιώτης αποθαρρύνει την χρήση αυτής της μορφής στον γραπτό λόγο για αποφυγή σύγχυσης με τον σύνδεσμο δε.
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]δε (λόγιο)
- δηλώνει αντίθεση μεταξύ δύο όρων ή προτάσεων ίσης σημασίας ή βάρους
Από τα δυο αδέλφια ο μεν Γιώργος είναι κοινωνικός, η δε Άννα μοναχική.
Όλα τα παιδιά είναι καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές. Ο δε Νίκος είναι εξαιρετικός και στον στίβο.
(λόγιο) Τὸ μὲν πνεῦνα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.
Το πνεύμα θέλει, αλλά το σώμα δεν αντέχει.
- (ως μεταβατικός σύνδεσμος) επιπλέον
Η δε Μαρία, την κοίταζε με ιδιαίτερη προσοχή.
- (ενάρθρως, ως ουσιαστικό) στην θέση καθενός από δυο σύνολα πραγμάτων ή ομάδες προσώπων, που διαφοροποιούνται με βάση ένα κριτήριο
Οι μεν έπαιζαν χαρτιά, οι δε κουτσομπόλευαν στο σαλόνι.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δε - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- δε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μόρια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)