Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα readers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα readers. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Αυγούστου 2012

Η νέα αναγνωστική κουλτούρα


άρθρο του κυρίου Δημοσθένη Κούρτοβικ
στο Βιβλιοδρόμιο (Τα Νέα, 11-04-2009)

Όπως πολλοί σχολιαστές, έχω και εγώ συχνά την εντύπωση πως οι άνθρωποι σήμερα διαβάζουν λιγότερο από όσο παλιότερα. Αλλά όταν τα βάζω κάτω, βλέπω ότι δεν μπορεί να είναι έτσι, μάλλον το αντίθετο ισχύει: ποτέ δεν κυκλοφορούσαν τόσοι τίτλοι βιβλίων και ποτέ δεν πουλούσαν τόσο πολλά αντίτυπα, για να μη μιλήσουμε για την επισκεψιμότητα των ιστοσελίδων και των μπλογκ στο διαδίκτυο. Νά όμως που, λίγη ώρα αφού πειστώ από τη φωνή των αριθμών και της λογικής, παραδίνομαι ξανά στην ιδέα ότι η ανάγνωση ακολουθεί φθίνουσα πορεία.

Γιατί αυτή η επιμονή μιας ψευδαίσθησης; Μήπως επειδή ανήκω σ΄ εκείνη την κατηγορία διανοουμένων που οι Γερμανοί αποκαλούν ειρωνικά Κulturpessimisten; Ας μου επιτραπεί να το αποκλείσω, έχω δώσει άλλωστε αρκετά δείγματα περί του αντιθέτου. Για να μην τα πολυλογώ, αφού σκέφτηκα πολύ πάνω σ΄ αυτή την παράξενη αντινομία, κατέληξα στην ακόλουθη εξήγηση: η ψευδαίσθηση δεν είναι ψευδαίσθηση, μόνο που στην πραγματικότητα αναφέρεται σε κάτι άλλο· όχι δηλαδή στη συχνότητα της ανάγνωσης, αλλά στη σημασία που της αποδίδουμε.

Οι άνθρωποι σήμερα διαβάζουν για έναν σωρό λόγους, όχι όμως για εκείνους που η αθωότητα ή η αφέλεια προηγούμενων εποχών είχαν αναγορεύσει σε σκοπό της ανάγνωσης: την καλλιέργεια του πνεύματος και την ανάταση της ψυχής. Θα μου πείτε ότι αυτό ήταν κάτι πολύ γενικόλογο και θα έχετε δίκιο. Ακριβώς, όμως, η γενικολογία της περιγραφής του σκοπού μαρτυρεί την πελώρια σημασία που δινόταν άλλοτε στο διάβασμα. Η ανάγνωση ήταν προϋπόθεση για τη γενική βελτίωση του ανθρώπου και της κοινωνίας, ο δείκτης της ποιότητας ενός πολιτισμού.

Σήμερα, με τον κατακερματισμό των κοινωνιών σε ομάδες «ταυτοτήτων», έχουν κατακερματιστεί και οι λειτουργίες της ανάγνωσης. Συγγραφείς, εκδοτικοί οίκοι, βιβλιοπωλεία, ιστότοποι ειδικεύονται ολοένα περισσότερο στην παραγωγή και τη διακίνηση κειμένων που απευθύνονται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε κάποια από αυτές τις ομάδες, κείμενα σχεδιασμένα έτσι ώστε να κωδικοποιούν, να μεγεθύνουν και, συνειδητά ή όχι, να απολυτοποιούν την ιδιαιτερότητα της μιας ή της άλλης. ΄Εχουμε, έτσι, βιβλία οικολογικής ευαισθησίας, βιβλία εθνοτικής ευαισθησίας, βιβλία γκέι, λεσβιακής και τρανσέξουαλ ευαισθησίας, βιβλία εσωτεριστικής ευαισθησίας κ.λπ. κ.λπ, ώστε φτάνουμε στη μεγαλύτερη από όλες αυτές τις κατηγορίες, που δεν είναι άλλη από τα βιβλία γυναικείας ευαισθησίας. Η ειδοποιός διαφορά τέτοιων βιβλίων από τις παραδοσιακές κατηγορίες ειδικών εκδόσεων, όπως π.χ. τα τεχνικά εγχειρίδια ή οι οδηγοί μαγειρικής, είναι ότι δεν αφορούν μια επιμέρους δραστηριότητα, ιδιότητα ή ενδιαφέρον του υποψήφιου αναγνώστη, αλλά τη συγκρότηση (πραγματική, υποθετική ή επιθυμητή) ολόκληρης της συνείδησής του. Είναι βιβλία που φιλοδοξούν να εκφράσουν μια «ταυτότητα».

Αλλά μπορεί να δυσπιστήσει κάποιος σ΄ αυτή την ταξινόμηση, επειδή αισθάνεται πως αφήνει έξω μεγάλες κατηγορίες βιβλίου. Ας δούμε, λοιπόν, το φαινόμενο από μια άλλη οπτική γωνία, που προσφέρει μια πανοραμικότερη εικόνα.

Αντί για ταυτοτικές ομάδες, ας παρατηρήσουμε την ατομική αναγνωστική συμπεριφορά.

Γιατί διαβά ζουμε σήμερα (βιβλία ή οποιουδήποτε άλλου είδους κείμενα); ΄Ενας στόχος είναι η ενημέρωση, δηλαδή η τεχνική μορφή της γνώσης. ΄Ενας δεύτερος η διασκέδαση, συνήθως με την έννοια του χαβαλέ ή του σκοτώματος της ώρας. ΄Ενας τρίτος η αναζήτηση συμβουλών επιτυχίας ή ευτυχίας, που παρέχονται από ειδικούς ή «ειδικούς» με την αύρα ενός γκουρού (σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται και οι στρατιές των λογοτεχνών της παραμυθίας, που πρότυπό τους, έστω και ανομολόγητο ή ασύνειδο, είναι ο Κοέλιο). ΄Ενας τέταρτος η αυτοεπιβεβαίωσή μας, μέσα από τη θετική παρουσίαση της επιμέρους κοινότητας (σεξουαλικής, αθλητικής κ.λπ.) της οποίας είμαστε μέλη. Υπάρχουν και άλλα αναγνωστικά κίνητρα. Ψάξτε το όμως μόνοι σας και θα διαπιστώσετε ότι η συντριπτική πλειονότητα των αναγνωστικών πράξεων σήμερα ανήκουν σε μία από αυτές τις τέσσερις κατηγορίες. Οι οποίες μάλιστα σπάνια συνδυάζονται, έχουν όμως κάτι κοινό: την εργαλειακή αντιμετώπιση της ανάγνωσης, την αναγωγή της σε μια εντελώς συγκεκριμένη δράση με άμεσο αποτέλεσμα.

Αυτή η στάση διαχέεται ακόμα και σε πολλές από εκείνες τις ολοένα περιθωριακότερες αναγνωστικές ομάδες που θεωρούν ότι αντιστέκονται σε τέτοιες εξειδικευμένες λειτουργίες της ανάγνωσης και ότι διατηρούν την παράδοση του καλού βιβλίου στην ευγενέστερη μορφή της. Πάρτε για παράδειγμα τους εστέτ. Παλιότερα περιέγραφαν τους αναγνωστικούς προσανατολισμούς τους ως αναζήτηση του Ωραίου. Σήμερα τους περιγράφουν ως αναζήτηση της απόλαυσης. Η μετατόπιση είναι σημαδιακή: είναι η κίνηση από το βάθος (ένα κάποιο βάθος, τέλος πάντων) προς την επιφάνεια. ΄Ολοι μας, βέβαια, θέλουμε να απολαμβάνουμε τα βιβλία που διαβάζουμε. Η απόλαυση, όμως, είναι μια περιληπτική έκφραση για πολύ διαφορετικούς κυματισμούς της ψυχής μας, που η ανάλυση και η ερμηνεία τους μας οδηγούν στα βαθύτερα στρώματα του είναι μας- και, μέσω αυτών, στα βαθύτερα στρώματα του βιβλίου που τους προκάλεσε. Όταν η απόλαυση, ως σκοπός, παρουσιάζεται αποσυνδεμένη από αυτά τα βάθη, ο λεπταίσθητος αναγνώστης εξομοιώνεται με τον γκουρμέ ή, ακόμα χειρότερα, με τον ηδονοθήρα καταναλωτή που παρήγαγε η κουλτούρα του lifestyle.

Το πιο παράδοξο όμως είναι ότι αυτή η εργαλειακή προσέγγιση της ανάγνωσης έχει διαβρώσει και τους θεσμούς εκείνους που υποτίθεται ότι προωθούν το βιβλίο ως αυταξία, ως ανώτερο πολιτισμικό προϊόν, ως αντίδοτο στην ψυχρή σκοπιμοθηρία της σύγχρονης ζωής. Προσέξτε τα ρήματα που εμφανίζονται συχνότερα στα σλόγκαν της μιας ή της άλλης διαφημιστικής καμπάνιας για το βιβλίο, γενικά, ή στις διαφημίσεις των βιβλίων ενός εκδοτικού οίκου: «ξεχωρίζω», «πετάω», «ταξιδεύω» ή (για ένα χαμηλότερο, είναι αλήθεια, επίπεδο αναγνωστών) «ξεχνιέμαι». Για το πρώτο δεν χρειάζεται να πούμε πολλά: συνδέει απροκάλυπτα την ανάγνωση με την επίδειξη ενός ορισμένου, υψηλού status. Τα άλλα τρία, με την ποιητική (κατ΄ άλλους ρομαντίζουσα) χροιά τους, φαίνεται εκ πρώτης όψεως να περνούν ένα διαφορετικό, τρυφερότερο και απελευθερωτικότερο μήνυμα. Είναι όμως πράγματι έτσι; Όταν «ταξιδεύεις», «πετάς» ή «ξεχνιέσαι», σίγουρα αισθάνεσαι όμορφα. Κάποια στιγμή όμως επιστρέφεις εκεί από όπου ξεκίνησες και τότε διαπιστώνεις ότι όλα αυτά από τα οποία ήθελες να δραπετεύσεις έχουν μείνει (φυσικά) απαράλλακτα, η ευφορία της «πτήσης» εξανεμίζεται πολύ γρήγορα και ξαναφουντώνει η απελπισία σου, αν δεν βλαστήσει στη θέση της κάτι ακόμα χειρότερο: η καρτερικότητα. Ας μου συγχωρεθεί η βλασφημία, αλλά δεν βλέπω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην ανάγνωση με τέτοιους όρους και τα ναρκωτικά ή τα παραισθησιογόνα. Ανακουφίζοντάς μας και τα δύο προσωρινά από την πραγματικότητα, μας κάνουν μόνιμα παθητικούς απέναντί της και, συνεπώς, εντελώς ακίνδυνους για όσους έχουν συμφέρον στη διατήρησή της. Όταν θέλεις να «πετάξεις» με φτερά ή με βιβλία, είναι βέβαιο ότι δεν θα πας πουθενά.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι σήμερα αυτό που ήταν πάντοτε: η επίδραση της ανάγνωσης στη διαμόρφωση της συνείδησης και της ζωής των αναγνωστών. Αν το διάβασμα φαίνεται να μην έχει την πρωτεύουσα σημασία που είχε άλλοτε, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι διαβάζουν λιγότερο, αλλά επειδή επηρεάζονται λιγότερο στη ζωή τους από αυτά που διαβάζουν. Αυτό ακριβώς, όμως, θα οδηγήσει τελικά στην ήττα τους θριαμβευτές της «νέας αναγνωστικής κουλτούρας» και θα ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή στην «παλιά». ΄Ενας κόσμος που διαβάζει για πολλούς διαφορετικούς λόγους δεν διαβάζει για κανέναν. Όταν τα μάντρα των γκουρού της ευτυχίας, της παραμυθίας και της «ιδιαιτερότητας» αποδειχτούν ανίσχυρα απέναντι στην πραγματικότητα που θέλουν να εξορκίσουν, οι απογοητευμένοι πιστοί της μιας και της άλλης σέχτας, οσοδήποτε ευάριθμης ή πολυάριθμης, θα αναζητήσουν ξανά τη φώτιση στο μεγάλο, κοινό ρεύμα της ανθρώπινης εμπειρίας που αντιπροσωπεύει η παγκόσμια βιβλιοθήκη- ας είναι και ηλεκτρονική.

18 Σεπτεμβρίου 2009

Εσύ πώς διαβάζεις;


άρθρο της κυρίας Κατερίνας Στάμου στο e-zine EXITmag

Στο σχολείο από την πρώτη τάξη του δημοτικού μέχρι και την τελευταία τάξη του λυκείου, καθηγητές και δάσκαλοι μας παρότρυναν να διαβάζουμε. Όχι μονάχα τα ενδοσχολικά μαθήματά μας -πράγμα, αυτονόητο- αλλά γενικά, μας συμβούλευαν να μελετάμε κάθε λογής αξιόλογο βιβλίο που θα τύχαινε να πέσει στα χέρια μας. Αυτό που δε μας διευκρίνισε κανείς καθηγητής ποτέ (εκτός κι αν εγώ δεν το θυμάμαι, οπότε ζητώ ταπεινά συγγνώμη για τη βιασύνη μου), ήταν το γιατί πρέπει να διαβάζουμε, τι είναι αυτό που μας προσφέρει η ανάγνωση.

Πολλοί -όπως και οι γονείς μας, διαβασμένοι ή μη- προσθέτουν μια φράση στο τέλος της πρότασης που έχει να κάνει με τέτοιου είδους θέματα η οποία διατυπώνει ένα επιχείρημα τύπου "τα βιβλία ανοίγουν το μυαλό" ή κάτι παρόμοιο. Σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, η διδακτέα ύλη του μαθήματος Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο σχολείο, δε με πολυβοήθησε να καταλάβω τι ακριβώς ήταν αυτό που άνοιγε το μυαλό, μιας και παρατηρείται εύκολα μια ισοπεδωτική ομοιομορφία στο ύφος των κειμένων που έπρεπε να διδαχτούμε: κείμενα για τη βουκολική ζωή στο βουνό, δημοτικά τραγούδια, συγκινητικά φιλειρηνικά ποιήματα Ελλήνων, κυρίως, δημιουργών, ήταν η πλειοψηφία της διδακτέας ύλης, κι απ' όσο γνωρίζω είναι ακόμα. Το κράμα αξιόλογο μεν, πληκτικό σε ό,τι αφορά μορφή και πλοκή δε. Το μυαλό μας είχε μπουχτίσει, δεν ξέραμε πώς να το "ανοίξουμε".

Ίσως ακόμη και τώρα, πολλά παιδιά να μην έχουν ξεκάθαρη εικόνα στο μυαλό τους για το τι σημαίνει η διαδικασία ανάγνωσης λογοτεχνικών και μη κειμένων, ή για το είδος των βιβλίων που κυκλοφορούν, πράγμα που οφείλεται -με μια δόση υπερβολής ίσως-, εκτός από την έλλειψη ενημέρωσης, στη δομή αυτού του μαθήματος! Η "παραίτηση" από τη μάθηση που διακρίνει αρκετούς συνομηλίκους μας, όχι τόσο σε πανεπιστημιακό, αλλά κυρίως σε προσωπικό επίπεδο, ίσως να έχει τις ρίζες της στην έλλειψη κάποιας ουσιαστικής παρότρυνσης και κάποιου δυνατού ερεθίσματος, που θα τους κάνει να δουν ξεκάθαρα την ανεξίτηλη μαγεία που αφήνει μέσα μας η γνώση. Πώς μπορούμε όμως μόνοι μας να διευθύνουμε τις αναγνωστικές μας προτιμήσεις και τι κερδίζουμε από αυτό; Προσωπικά, μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς παγωτό (μπορώ άραγε;), μπορώ να τη φανταστώ χωρίς τηλέφωνο και χωρίς την αστραφτερή λιακάδα της Ελλάδας, αδυνατώ όμως να τη φανταστώ χωρίς τα αγαπημένα μου βιβλία.

Τα βιβλία είναι ένα από τα πιο σταθερά κομμάτια της ζωής μου μαζί με τη μουσική. Είμαι ιδιότροπη αναγνώστρια και περήφανη, δεν αφήνω τον εαυτό μου να παρασυρθεί ποτέ από πωλήσεις, προσπαθώ να αποφεύγω την ανάγνωση κειμένων που δε θα φέρουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα μέσα μου. Κάποιος εδώ θα μπορούσε να εκφράσει αντίλογο: "αν δεν έχεις διαβάσει κάτι, πώς μπορείς να το κρίνεις;", όμως η ποιότητα του περιεχομένου ενός βιβλίου είναι πράγματα που με λίγη εμπειρία μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει. Έμαθα για τους συγγραφείς που μ' αρέσουν ή που σκοπεύω να διαβάσω στο μέλλον, μέσα από τραγούδια αγαπημένων μου μουσικών, από στιχουργούς επηρεασμένους από λογοτέχνες και από άλλους συγγραφείς. Κρατώ στο μυαλό μου λίγα ονόματα αξιότιμων κριτικών βιβλίου από τους οποίους διαβάζοντας τα κείμενά τους παίρνω μια συμβουλή, και αφήνω το παράλληλο σύμπαν κακόγουστων και ανώφελων αναγνωσμάτων να υπάρχει μακρυά από το μικρόκοσμό μου.

Ποιά χαρακτηρίζω κακόγουστα και ανώφελα αναγνώσματα; Νουβέλες που κατατάσσονται οικειοθελώς στα "γκέτο" αντρική και γυναικεία ή ροζ λογοτεχνία, μελέτες παραψυχολογίας και τα ρέστα (ποτέ δεν κατάλαβα αυτό τον όρο αλλά τον θεωρώ χάσιμο χρόνου), επικίνδυνες για την ψυχή και το σώμα(!) εθνικόφρονες μελέτες κ.α. Πιστεύω,λοιπόν,ότι μέσα στην πληθώρα παλιών και νέων εκδόσεων θα ήταν φρόνιμο κανείς να αναζητά υπεύθυνα αυτό που του αξίζει πραγματικά να διαβάσει, για να εμπλουτίσει τη ζωή του και να διαμορφώσει την προσωπική του συνείδηση. Η σωστή ανάγνωση δεν είναι μόνο θέμα ποσότητας, η μόρφωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη μανία για την κατανάλωση, πράγμα που σημαίνει πως παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας το τι διαβάζουμε περισσότερο από το πόσο διαβάζουμε. Βεβαίως, η συχνότητα και η επιμέλεια σε συνδυασμό με την αξία του βιβλίου είναι αυτά που συνθέτουν την εικόνα ενός καλού αναγνώστη και μπορούν με μεγαλύτερη ευκολία να βελτιώσουν τη ζωή μας και τον εαυτό μας.......
το πλήρες άρθρο εδώ

10 Φεβρουαρίου 2009

Εξιστόρηση αναγνωστικής πορείας II

Όταν ήμουν πολύ πολύ μικρή η μαμά μου, μου διάβαζε παραμύθια, δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να θυμηθώ τις εκδόσεις…αλλά, θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά του χαρτιού δίπλα από το μικρό μου κρεβατάκι…αλλά, θυμάμαι ακόμη την εικονογράφηση και τέλος, θυμάμαι ακόμη το αγαπημένο μου παραμύθι, «Ο βάτραχος που έγινε πρίγκιπας» των αδελφών Grimm. 

Και κάπως έτσι, λέω να αρχίσω την εξιστόρηση της δική μου αναγνωστικής πορείας, αλλά πριν αρχίσω, θα δηλώσω ότι από τη στιγμή που μου δίνεται η δυνατότητα, σήμερα, εδώ, να γράψω πιο ελεύθερα από τα συνηθισμένα, θα γράψω συγχρόνως και κάποιες σκέψεις μου. Έτσι, λοιπόν, θα προσθέσω, ότι μεγάλωσα και θα συμπληρώσω κάτι ακόμη για το αγαπημένο μου παραμύθι, κάτι που άκουσα σε μία διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας και νομίζω, ότι ταιριάζει και νομίζω, ότι μου αρέσει…«δε θα γίνεις πρίγκιπας ποτέ…βατραχέ…βατραχέ…». Και έτσι, απλά θα συνεχίσω. 

Μεγαλώνοντας, άρχισα το παιχνίδι, στη γειτονιά, στο δρόμο, όμορφες, ξέγνοιαστες εποχές, που καιρός για διάβασμα…το παιχνίδι ήταν η ζωή μου… Μια μέρα κάπου στην πέμπτη δημοτικού πρέπει να ήμουν, με κάλεσε η φίλη μου η Ισμήνη σπίτι της, να παίξουμε. Η Ισμήνη ήταν η καλύτερη μαθήτρια της τάξης. Όταν μπήκα στο δωμάτιο της τρελάθηκα, αντί για παιχνίδια είχε βιβλία, πολλά βιβλία και ήρθε η ανάμνηση, η ανάμνηση της μυρωδιά του χαρτιού, που από τότε έγινε λατρεία. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, είχα παραμάσχαλα και το πρώτο βιβλίο της αγαπημένης συγγραφέως των νεανικών μου χρόνων, Cristine Noestlinger. Από τότε, διάβαζα ότι βρίσκονταν στα χέρια μου. 

Μοίραζα λοιπόν, το χρόνο μου ανάμεσα στο παιχνίδι και ανάμεσα στο διάβασμα…(το εξωσχολικό, φυσικά…) παρέα εκείνη την εποχή μου έκανε ο Μενέλαος Λουντέμης…μέχρι και σήμερα Μετράω τα Άστρα… Όταν έφτασα στο γυμνάσιο-λύκειο γνώρισα τον Tom Robbins…από τις εκδόσεις Aquarius (αγαπημένες εκδόσεις…) και μύρισα το Άρωμα του Ονείρου…και απλά κόλλησα…Ένα βράδυ, ανακάλυψα τον J.R.R. Tolkien και αυτοσυστήθηκα στα χόμπιτ, στα ξωτικά και στους νάνους…Κάπου εκεί, στην εφηβεία επαναστάτησα…και μαζί με τη γενιά των beats άρχισα να περπατώ Στο Δρόμο με τον Jack Kerouac, και να τρώω σε Γυμνό Γεύμα μαζί με τον William S. Burroughs. Με παρέα την Ursula K. Le Guin πέρασα σε άλλους κόσμους και πιο συγκεκριμένα Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων, το Έπος της Γαιοθάλασσας…  

Ανάμεσα στην εφηβεία και στα σχολικά μου χρόνια μίσησα την ποίηση, παρόλο που στο δικό μου ημερολόγιο υπάρχουν πολλά και διάφορα….Λυπάμαι αλλά δεν κατάφερα να τετραγωνοποιήσω τη φαντασία μου, λυπάμαι αλλά δεν κατάφερα να διαβάσω μέσα από αναλύσεις και επεξηγήσεις… Κάπου εκεί άρχισα να δουλεύω και μεγάλωσα τη συλλογή μου και γνώρισα την Πολιτεία στην Ασκληπιού και συνάντησα τον τύπο με τα γυαλάκια και τα μακριά μαλλιά…Τον παρακολουθούσα είτε από μακριά είτε κοντά να μιλάει για βιβλία, να μιλάει για συγγραφείς, να μιλάει για λογοτεχνία… Όταν έφτασα στην τρίτη λυκείου συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να διαλέξω τι θα κάνω στη ζωή μου, άνοιξα, λοιπόν, ένα σχολικό βοήθημα (το πρώτο…) με τίτλο «Μετά το λύκειο τι?) και εκεί προς μεγάλη μου χαρά, ανακάλυψα τη Σχολή μας και πέρασα… Στα φοιτητικά μου χρόνια…συνέχισα το διάβασμα, διάβαζα τα πάντα, αλλά έγινα πιο εκλεκτική, άρχισα να προσέχω τις εκδόσεις, άρχισα να προσέχω τη βιβλιοδεσία, άρχισα να πηγαίνω στις εκθέσεις, άρχισα να πηγαίνω στο παζάρι, μαζί με την Κατερινούλα ( ιεροτελεστία να βγάζεις τις τιμές όταν γυρίζεις σπίτι…τιμές που χρόνο με το χρόνο ανεβαίνουν…φυσικά…). 

Κάπως έτσι, ανακάλυψα, τις εκδόσεις Πλέθρον, Ελεύθερος Τύπος, Πόλις, Ερατώ, Π. Τραυλός, Άγρα, Οξύ, Γαβριηλίδης…. Την εποχή της πρακτικής μου την πέρασα στο ΜΙΘΕ. Εκεί γνώρισα την άλλη Κατερίνα…εκεί έμαθα για τη φιλοσοφία, που ακόμη και σήμερα τη μαθαίνω…τελευταία αγαπημένη μου απόκτηση ο Εικονογραφημένος Άτλας της Φιλοσοφίας του Ubaldo Nicola… Μελετώντας την Ποιητική…αποφάσισα να αφήσω τι φαντασία μου ελεύθερη και άρχισα να γράφω, σενάρια, και άρχισα να διαβάζω για την έβδομη τέχνη, μέσα από τις εκδόσεις Αιγόκερως… Συγχρόνως, αναζήτησα και τον έρωτα, σε όλες τις μορφές του, Jean-Jacques Pauvert, Η Ερωτική Λογοτεχνία., Marquis de Sade, σειρά Αφροδίτη από τον εκδοτικό οίκο Π. Τραυλός….κ.ά.

Πριν λίγα χρόνια, τελείωσα το μεταπτυχιακό μας, ένα από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα της ζωής μου. Πρώτη φορά, περίπου δύο χρόνια σταμάτησα το διάβασμα και το έριξα στην πληροφορική και το έριξα, στην επιστήμη της πληροφορίας και έμαθα τη Βίβλο μας, απ έξω…  

Τελειώνοντας, αυτό το κατεβατό, θα πω ότι τώρα πια, ξαναγύρισα στα παλιά, ξαναγύρισα στον πράσινο βάτραχό μου, που τελικά μπορεί να μην είναι ένας πρίγκιπας, αλλά μάλλον είναι ήρωας των παιδικών μου αναγνωσμάτων, από τα παιδικά μου παραμύθια, από τα παιδικά μου κόμιξ…και μάλλον είναι ένας πειρατής… όπως καταλάβατε ξαναδιαβάζω παραμύθια, γράφω παραμύθια…

Α! και δειλά δειλά… μετά τα τριάντα, μίλησα και στον τύπο από την Πολιτεία…που μπορεί πια να μην έχει μακριά μαλλιά…αλλά οι γνώσεις του για τη λογοτεχνία είναι απίστευτες…Πόσα θα είχα μάθει αν του μίλαγα νωρίτερα?…Ωστόσο, ποτέ δεν είναι αργά για να σου συστήσουνε ένα καλό βιβλίο. Η τελευταία πρότασή του, λοιπόν, είναι…Το Οριζόντιο Ύψος: και άλλες αφύσικες ιστορίες… Αυτά Καλή συνέχεια… Μ.Ν.

2 Φεβρουαρίου 2009

Εξιστόρηση αναγνωστικής πορείας

Ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναγνωστικών μου αναμνήσεων, με αφορμή την ενδιαφέρουσα πρόσκληση του "Βιβλιοθηκάριου", συνειδητοποίησα για πρώτη φορά μερικά πράγματα, τα οποία μοιράζομαι μαζί σας: Το μεγαλύτερο ποσοστό της βιβλιοθήκης μου αποτελείται από λογοτεχνικά βιβλία. Την καλύτερη θέση στα ράφια έχουν τα βιβλία θεάτρου (κείμενα, κριτικές, λευκώματα, δοκίμια). Τα βιβλία γυναικών συγγραφέων αποτελούν μειοψηφία. Ανά περίοδο «κολλούσα» με συγγραφείς και εκδόσεις, σε σημείο εξάντλησης της εργογραφία τους ή του καταλόγου τους (παρακάτω δίνω τίτλους βιβλίων που ακόμα και σήμερα αποτελούν μικρές αδυναμίες ή μεγάλες εμμονές). Ως τώρα απέτυχα παταγωδώς στις απόπειρες ανάγνωσης φιλοσοφίας, ποίησης και Ν. Καζαντζάκη. Τέλος (θέμα ψυχανάλυσης) δεν μου άρεσε, και δεν μου αρέσει να διαβάζω βιβλία που έχω δανειστεί, είτε από φίλους, είτε από βιβλιοθήκες. Τα περισσότερα από αυτά, πριν σχεδόν τα τελειώσω και τα επιστρέψω, τα αγοράζω. Μεγάλο πένθος όταν κάποιο από αυτά ήταν ή είναι εξαντλημένο…. 

Όπουςςς δεν υπάρχει στα ράφια μου κανέναν βιβλίο βιβλιοθηκονομίας, κι όμως θα έπαιρνα όρκο ότι κάπου είχα έναν Μπώκο…… 

 Πιάνοντας το νήμα από την αρχή, θυμάμαι ότι το πρώτο βιβλίο που κατάφερα, κάπου στη μέση του δημοτικού, να διαβάσω ολόκληρο (χρειάστηκα κάπου στους 6 μήνες), ήταν η «Ιστορία ενός καρυοθραύστη» του Αλ. Δουμά από τις εκδ. Καστανιώτη. Τα περισσότερα βιβλία εκείνης της εποχής ήταν δώρα αγαπημένων προσώπων, βιβλία που ένιωθα την υποχρέωση ότι έπρεπε να τα διαβάσω. Όμως κάπου εκεί ανάμεσα στις σελίδες της «Ιόλης» και του «Θείου Πλάτωνα» η υποχρέωση μετατράπηκε σε απόλαυση. Έτσι από αρχάριος αναγνώστης σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινα βιβλιοφάγος. Μέχρι τα πρώτα χρόνια του γυμνασίου αγαπημένα βιβλία στάθηκαν τα βιβλία της «Νεανικής Σειράς» των εκδ. Καστανιώτη, οι συλλογές για παιδιά και νέους του Πατάκη (τι όμορφα εξώφυλλα και εικονογράφηση από το Σπ. Ορνεράκη), αλλά και τα βιβλία της «Παγκόσμιας Νεανικής Βιβλιοθήκης» του Ψυχογιού (βιβλιαράκια με ραμμένη ράχη και σκληρό εξώφυλλο). 

 Στα χρόνια του λυκείου γεννιούνται νέες αναζητήσεις, που οδηγούν σε διαφορετικά αναγνώσματα. Νέα μεγάλη αγάπη το θέατρο. Τα ράφια αρχίζουν να γεμίζουν με τα βιβλιαράκια των εκδ. Επικαιρότητα με Σαίξπηρ και Αρχαίες Ελληνικές Τραγωδίες - Τσέχωφ, T. Ουίλλιαμς, Πιραντέλλο από τις εκδ. Δωδώνη - Μητροπούλου, Χρυσούλης, Ποντίκας από τις εκδ. Γνώση. Ιδιαίτερη αδυναμία υπήρξαν οι εκδ. του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, με Μολιέρο, Ρακίνα, Μαριβώ. Παράλληλα τότε, αρχίζω να γνωρίζω τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, τον T. Ρούσσο (Μιχαήλ κ.α. διηγήματα), το Λ. Χρηστίδη (Ο τυχερός αριθμός του δόκτορος Μπου), τον Χ. Μίσσιο, τον Αντ. Σαμαράκη (Ζητείται Ελπίς), τον Τ. Λειβαδίτη (Εκκρεμές). Ένα από τα πολυδιαβασμένα βιβλία της εποχής εκείνης, υπήρξε η «Ελληνική Μυθολογία» του Ν. Τσιφόρου από τις εκδ. Ερμής. 

Την εποχή των Πανελλαδικών ξενυχτάω με τα βιβλία των Κάφκα (Πύργος εκδ. Κέδρος), Π. Ζισκίντ (Το περιστέρι εκδ. Ψυχογιός), Φ. Ντοστογιέφσκι (Αδερφοί Καραμαζοφ εκδ. Γκοβόστη), Ο. Ουάϊλντ (Το αηδόνι και το τριαντάφυλλο), Μ. Καραγάτση κ.α. Τέλος δίπλα στα λογοτεχνικά βιβλία προστίθενται τα πρώτα βιβλία της νέας αναγνωστικής αγάπης, της Ιστορίας.  

Ακολουθούν τα φοιτητικά χρόνια. Μεγάλη απογοήτευση η Σχολή, μεγάλη παρηγοριά τα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Στα ράφια της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας ανακαλύπτω τον Β. Ναμπόκοφ (Επικίνδυνη στροφή, εκδ. Opera – Το μάτι, εκδ. Ερατώ), τον Τ. Λόντον (Γραφείο Δολοφονιών, εκδ. Πλέθρον), τον Τ. Ρόμπινς (Το άρωμα του ονείρου εκδ. Αίολος), το Ζ. Περεκ, τον Τ. Μπουκόφσκι, το Ζ. Μεσριν (Το ένστικτο του θανάτου εκδ. Ελεύθερος Τύπος) τον….τον…τον… Ιδιαίτερη μνεία οφείλω σε κάποιους εκδοτικούς οίκους, τους οποίους γνώρισα και «κόλλησα» την περίοδο εκείνη. 1. Εκδ. Ερατώ: κλασική λογοτεχνία σε εκδόσεις έργα τέχνης 2. Εκδ. Ιδεόγραμμα: μυρωδιά παραδοσιακού τυπογραφείου, άνθρωποι με μεράκι (Έγκλημα και Τιμωρία το Ντοστογιέφσκι σε μετάφραση Αλ. Παπαδιαμάντη και πρόλογο Εμμ. Ροϊδη) 3. Εκδ. Γαβριηλίδης: φροντισμένα βιβλία, σε εξαιρετικές μεταφράσεις (Φάουστ του Γκαίτε) 4. Εκδ. Οξύ: ανανεωτικό ρεύμα σε επίπεδο αισθητικής εκδόσεων αλλά και περιεχομένου (Ο βασιλιάς του πεζοδρομίου του Τζ. Πελεκάνος) 5. Εκδ. Τραυλός: εξαιρετική μεταξύ άλλων η λογοτεχνική σειρά «Κρύσταλλο», με μικρά σύγχρονα διαμαντάκια (Το τελευταίο δάκρυ του Στ. Μπένι, Εκκλησιαστής του Blisset, J.K Huysmans «Ανάποδα»).  

Στα ράφια της ελληνικής λογοτεχνίας γεννιούνται τέσσερις σχέσης ζωής. 1. Γ. Σκαρίμπας. Είχα κάνει κάποιες αποτυχημένες απόπειρες ανάγνωσης του έργου του αρκετά χρόνια πριν, όμως τελικά την κατάλληλη στιγμή ξανάρθε στα χέρια μου «Το βατερλώ δύο γελοίων» εκδ. Νεφέλη. 2. Ε.Χ. Γονατάς «Η Προετοιμασία», εκδ. Στιγμή. 3. Δ. Δημητριάδης «Λήθη και άλλοι 4 μονόλογοι», εκδ. Άγρα. 4. Ν. Παναγιωτόπουλος «Η ενοχή των υλικών», «Το γονίδιο της αμφιβολίας», «Αγιογραφία», εκδ. Πόλις.  

Με το πτυχίο στο χέρι και ένα σακίδιο στον ώμο, αρχίζει μια μικρή περιπλάνηση πριν την οριστική επιστροφή στα πάτρια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιπλάνησης δημιουργώ νέες εκλεκτές «αναγνωστικές» συγγένειες. - Ρεϊμόν Κενώ «Τα γαλάζια άνθη» εκδ. Καστανιώτη - Μ. Μπουλγκάκοφ «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» εκδ. Θεμέλιο - Ντ. Πενάκ «Εις υγείαν των δράκων» εκδ. Οδυσσέας - R.L. Stevenson «Η λέσχη της αυτοκτονίας» εκδ. Άγρα - Άρης Αλεξάνδρου «Το κιβώτιο» εκδ. Κέδρος - Αρ. Αντονάς «Ο φλογοκρύπτης» εκδ. Άγρα - Ρ. Αποστολίδης «Η πυραμίδα 67» εκδ. Εστία - Κ. Σινόπουλος «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα» εκδ. Στάχυ

Επιστροφή στη φύση λοιπόν, πίσω στο σπίτι, όπου συνειδητοποιώ ότι έχω αρχίσει να ξεχνώ τα βιβλία μου. Πριν φύγω μπορούσα να αναγνωρίσω κάποιο βιβλίο από τη μυρωδιά του, συχνά με κλειστά μάτια από την υφή του. Με την πρώτη ματιά ήξερα ποιο βιβλίο λείπει ή είχε μετακινηθεί. Περασμένα μεγαλεία… Παρόλα αυτά, ο αναγνωστικός ζήλος συνεχίζεται αμείωτος, δίπλα στους Έσσε, Μπάροουζ, Μανν, Γκρην, Τόλκιν προστίθενται οι Ηρόδοτος, Λουκιανός, Όμηρος, βιβλία για τη σύγχρονη μουσική (Όξυ, Μεταίχμιο), βιβλία για την αρχιτεκτονική, κυρίως του Άρη Κωνσταντινίδη, ο Κ. Παπαγιώργης κ.α.  
Λίγο καιρό αργότερα η πολυπόθητη δουλειά σε βιβλιοθήκη ήρθε μαζί με τη ρουτίνα και τη συνήθεια. Κάπου εκεί αποφάσισα να κλείσω τις εκκρεμότητες μου με τους κλασικούς – σύγχρονους ή μη- (Ντοστογιέφσκι, Σταντάλ, Μαρκές, Μπόρχες, Καμύ, Καλβίνο, Ροϊδη, Μυριβίλη, Παπαδιαμάντη). Η πρώτες απόπειρες παράκαμψης του μεταφραστή είναι γεγονός, θύμα ο P. Auster (Oracle Night). Νέες εκδοτικές προσπάθειες διεκδικούν θέση στα πολυφορτομένα ράφια μου (δυστυχώς πια και στο πάτωμα) π.χ. τα βιβλιαράκια από τις εκδόσεις Χαραμάδα, Μαγικό Κουτί, Βαβέλ, Scripta, η ισπανόφωνη σειρά από τις εκδ. Σέλας, η σειρά Ιπποπόταμος από τις Εκδ. Ποταμός. 

Τέλος περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη μου, έχουν τα κόμιξ: ο «Κόρτο Μαλτέζε», το «Unshelved», o «Αστερίξ», o «Αρκάς», οι εκδ. ΚΨΜ, τα μουσικά fansines όπως το «Overdub», το «Fractal», το «Sense», το «Carousel», το «Muzine», τα εναλλακτικά περιοδικά όπως το «Οξυ», το «Futura», το «ΗΥΦΕΝ», τα λογοτεχνικά όπως το «Δέντρο», τη «Λέξη», το «Να ένα μήλο», ο "Μανδραγόρας", καθώς και μια σειρά από λευκώματα και βιβλία αφιερωμένα στο Νικόλαο Γύζη και τον Γιαννούλη Χαλεπά.  

Βιβλία αγωγής της ψυχής, βιβλία σύντροφοι ζωής, βιβλία ποιητές ήθους. Ο Κρ. Μπομπέν ξεκινάει την αφήγηση στο βιβλίο του Αιχμάλωτος του Λίκνου γράφοντας: «Όλη μου τη ζωή την πέρασα σε δυο πόλεις: στο Λε Κρεζό και στην πόλη που βρίσκεται από πάνω, μέσα στα σύννεφα», παραφράζοντας τον θα μπορούσα να πω ότι «Όλη μου την ζωή την πέρασα σε δυο κόσμους: στον κόσμο της καθημερινότητας και στον κόσμο που βρίσκεται εκεί μέσα, μέσα στις σελίδες των βιβλίων». 

28 Ιανουαρίου 2009

Λέσχες Ανάγνωσης

Διαβάζουμε Μαζί

πηγή: περιοδικό Ηριδανός

Μέχρι πριν λίγους μήνες η ανάγνωση ήταν σαν το σεξ: δεν την κάναμε δημόσια αλλά απομονωμένα -όπως έλεγε με χιούμορ η συγγραφέας Σοφία Νικολαϊδου. Ευτυχώς όμως τα ήθη αλλάζουν και η δημόσια ανάγνωση που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής σε άλλες εποχές, επέστρεψε από την πίσω πόρτα με τις Λέσχες Ανάγνωσης. Αν θέλετε να μοιραστείτε τα ενδιαφέροντά σας και να κάνετε νέους φίλους μπορείτε κι εσείς να οργανώσετε τη δική σας Λέσχη Ανάγνωσης. Δεν χρειάζεται να είστε διανοούμενος, συγγραφέας ή εκδότης. Κι επειδή οι περισσότεροι ταυτίζουμε λανθασμένα το βιβλίο με τη λογοτεχνία, ας θυμηθούμε ότι για κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα ή χόμπι, μπορούμε να βρούμε μια καλή έκδοση.

Τα θέματα συζήτησης σε μια λέσχη ανάγνωσης είναι απεριόριστα και το βιβλίο αποτελεί απλώς την αφορμή: η μουσική, η φιλοσοφία, η πολιτική, το αστυνομικό μυθιστόρημα, η ψυχολογία, η μαγειρική, η ζωγραφική, το θέατρο, η ποίηση, τα μαθηματικά, ο κινηματογράφος, η ταξιδιωτική λογοτεχνία, η οικολογία και οτιδήποτε άλλο φανταστείτε μπορεί να αποτελέσει το συνεκτικό κρίκο της ομάδας σας.

Οι Λέσχες Ανάγνωσης είναι ένας θεσμός που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου πριν ένα χρόνο περίπου κι έχει εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 126 Λέσχες, αριθμός συνεχώς αυξανόμενος. Ξεχωριστά θα πρέπει να υπολογίσουμε και τις 140 Μαθηματικές Λέσχες Ανάγνωσης που ξεκίνησαν το 2005 στα ελληνικά σχολεία με πρωτοβουλία της μη κερδοσκοπικής ομάδας «Θαλής και φίλοι».......................