Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

 Ξαγρύπνια

Ο κοιμισμένος γύρισε το όνειρο του τούμπα,

πριν τα κοκόρια ψάλλουνε τις φούγκες τις διπλές,

κι εγώ μπροστά στη μηχανή, πεσμένος μες σε λούμπα,

πλήκτρα χτυπώντας στιχουργώ: <<Γιατί ψυχή μου κλαίς;>>


Η  πρώτη αγάπη μίσεψε, η δεύτερη ψελλίζει

πατερημά και κρύβεται λυγρή στα παραβάν.

Πάλι πατώ Πραιτώριο, γύρω ντουνιάς σκληρίζει:

<<Απόλυσον,  τι γκλάβα μας ψηφίζει  Βαραββάν>>.


Όλοι να ζήσω...  Μόνο εγώ τον Πλούτωνα  γυρεύω,

Πρέβεζα εδώ, Πρέβεζα εκεί, Δαφνί, Γιερουσαλήμ.

Καβάλα πάνω σε φαρί γκροτέσκο ταξιδεύω

προς τους βυθούς, ανάπηρος σαν τον μικρούλη Τίμ.


Κάποτε είχα γι΄ άγκουρα μητέρα και πατέρα

κι αδέρφι τείχος σάρκινο που σφράγιζε γκρεμό,

τώρα  στον παραμέσο μου τεφρή φορώ  μιά βέρα,

που αντί να σφίγγει δάχτυλο, μου σπάζει το λαιμό.


Να ξημερώσει δεν ζητώ... Τι έχω να κερδίσω,

από μια ζήση κίβδηλη, το μπαίγνιο των  Θεών;

Ισως θα ΄ταν καλύτερο μονάχος μου να λύσω

την πέδη ετούτη φτύνοντας το φάλτσο ακορντεόν.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

 Η Κραυγή

Έπρεπε πρώτα να τρακάρω στα γερά

και να΄ μαι στον πλανήτη των πιθήκων,

σε πεθυμιάς δάση ανάμεσο ξερά, 

εξάμβλωμα  εγώ αρχαίων οίκων.


Ψυχή αλάδωτη, σφοδέλοι  στα μαλλιά,

<<Παλλάς>> λησμονημένο στο τασάκι.

Γέμει το σπίτι των Κηρών από παλιά,

με σλάιντερ και ρόδες καβασάκι.


Μνημούρια σάβανα την άσφαλτο κοσμούν,

βουκέντρα σε ταξίδι με το πόδι

που κάνω κάθιδρος. Σκυλιά ορθοτομούν

της Κόρης το χεράκι με το ρόδι.


Κι ώρα σωστή αυτή ν΄αυτιάσω την <<Κραυγή>>

του Μούνκ απ΄το χιονώδες (μάλλον) Όσλο,

στον πηγαιμό για μιάν Ιθάκη σαν θα βγει,

με στάχτες μου ραντίζοντας τον όχλο.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

 


Τα  μεσημέρια

Τα μεσημέρια θάνατος

τυφλιάρης,  τρισκατάρατος,

ένα γκαζώνει  Άουντι

μαύρο και  θράσος Γκαουντί,


ψάχνοντας  νιούς και γέροντες,

για τσάρκα στους Αχέροντες.

Μα ΄χω το νου μου εγώ στο φως,

δεν είμαι δα Δαφνιού τρελός


και κρύβομαι στο σπίτι μου,

τέκνο σποριά πολύτιμου,

με στόρια κάτω, σιωπηλός

σα Σφίγγα, εύθρυπτος πηλός.


Τα μεσημέρια θάνατος

μα εγώ θα μένω αθάνατος,

γιατί γνωρίζω πως το φως,

χάσαπας στέκει ντιπ κωφός.



Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

 SEIKO 5

Ο Επίκουρος στη Βάρη:

-Πάει το SEIKO πεντάρι...

Κάπου το΄χασα ο τάλας!

Χείρα τώρα μιας κουφάλας


θα στολίζει λαμνοκόπου

και ουτιδανού ανθρώπου,

η Πλατωνιστή κρετίνου

απ΄ το Ξώμβουργο της Τήνου...


Οίμοι το χρυσούν πεντάρι

που φορούσα με καμάρι,

μες του Κήπου την απλάδα

Τζιτζιφιές μα και Γλυφάδα.


Δίνω μούντζα τώρα μία,

στον Ερμή το γιό του Δία,

κι ένα Citizen σκρολάρω

από  Scrooge μήπως και πάρω.


Και θα βάλω ασφαλείας

το λουράκι μπας κι Αλίας

μου το κλέψει, μου το πάρει

εις τα Βλάχικα, στη Βάρη...





 Μπραχάμι

Βροχάτη Πρέβεζα θυμίζει το Μπραχάμι

και μουτζαλιά σ΄ένα γραπτό του Θουκυδίδη,

<<Παλιές μπανιάρες, χαρτικά, ξύλινα είδη>>,

βραχνός τσιγγάνος παζαρεύει στο ποτάμι.


Άλλος με δίκαννο σκαλίζει τα μυαλά του,

άλλος στον τέταρτο γυρεύει μιάν ανάσα

κι είναι ο θάνατος φτενή tabula rasa

που μαγαρίζει άθελα της νύξ Σαββάτου.


Να ΄μαι κι εγώ του χωροχρόνου ταξιδιώτης,

φρυγανισμένος απ΄ την κάψα του αιώνα,

με το κοντάρι πήχες πέντε  στη λαγόνα,

σ΄ένα ψυχόδραμα ταγμένος Δον- Κιχώτης.


Κιχώτης μάλιστα, μα τρέμω το λιβάνι,

τα φερετρόξυλα, τους τάφους, το καντήλι

και λένε ψέματα οικτρά τα δυό μου χείλη,

πως βλογημένος τη ζωή του όποιος χάνει.


Ας είναι...Πρέβεζα για μένα το Μπραχάμι

όσο τους στίχους να σκαρώσω τους θλιμμένους,

κι είμαι ο πούστης απ΄τους πάντα κερδισμένους,

με το εννιάρι δίχως σφαίρα στη θαλάμη.




Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

 Ο ποιητής της συμφοράς

Σκάρωνα στίχους μια ζωή

για της θανής τις χάρες,

μα τώρα που΄ρθαν τα στερνά:

Αλί, τι σαχλαμάρες,


καθόμουν και αράδιαζα

με μέτρο και με τάξη.

Στη Τήνο και στη Παναγιά

κάλλιο να μ΄είχαν τάξει,


η μήτηρ μου και ο πατήρ

και στο Χριστό στα Σπάτα,

τριβόλι να μην μ΄εύρισκε,

περπατησιά σε βάτα.


Όμως υπάρχει ακόμα ελπίς,

το πράμα να γυρίσω,

γράφοντας κάτι θετικό,

μάγια φρικτά  να λύσω.


Αρχίζω: <<Νύχτα στυγερή,

τάφε ψυχής μου δόλιας...>>

Λημνιό γυρίζει ο ξυδιάς,

αλλάζει ο κουτομόγιας;




Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Συνταξιούχος 

<<Σαράντα χρόνους στο γκεζί,

τόσους και να εισπράξεις>>,

τον εαυτό μου νουθετώ...

<<Πένης θα τα τινάξεις>>,


ένα διαβόλι μέσα μου

σαρκάζει <<και μπατίρης!

Βλέφαρο ρίξε στο γυαλί!

Τούτος ο κακομοίρης


εσύ, που ήσουν κάποτε,

άνθος αραβοσίτου,

νυν εορτάζεις Κυριακή,

αυτή του Παραλύτου...>>


Κι έτσι κοπήκαν τα φτερά,

μαζεύτηκα και λέω:

<<Να ζήσω πλέον δε ποθώ,

άλογο ψωραλέο...>>