Ξαγρύπνια
Ο κοιμισμένος γύρισε το όνειρο του τούμπα,
πριν τα κοκόρια ψάλλουνε τις φούγκες τις διπλές,
κι εγώ μπροστά στη μηχανή, πεσμένος μες σε λούμπα,
πλήκτρα χτυπώντας στιχουργώ: <<Γιατί ψυχή μου κλαίς;>>
Η πρώτη αγάπη μίσεψε, η δεύτερη ψελλίζει
πατερημά και κρύβεται λυγρή στα παραβάν.
Πάλι πατώ Πραιτώριο, γύρω ντουνιάς σκληρίζει:
<<Απόλυσον, τι γκλάβα μας ψηφίζει Βαραββάν>>.
Όλοι να ζήσω... Μόνο εγώ τον Πλούτωνα γυρεύω,
Πρέβεζα εδώ, Πρέβεζα εκεί, Δαφνί, Γιερουσαλήμ.
Καβάλα πάνω σε φαρί γκροτέσκο ταξιδεύω
προς τους βυθούς, ανάπηρος σαν τον μικρούλη Τίμ.
Κάποτε είχα γι΄ άγκουρα μητέρα και πατέρα
κι αδέρφι τείχος σάρκινο που σφράγιζε γκρεμό,
τώρα στον παραμέσο μου τεφρή φορώ μιά βέρα,
που αντί να σφίγγει δάχτυλο, μου σπάζει το λαιμό.
Να ξημερώσει δεν ζητώ... Τι έχω να κερδίσω,
από μια ζήση κίβδηλη, το μπαίγνιο των Θεών;
Ισως θα ΄ταν καλύτερο μονάχος μου να λύσω
την πέδη ετούτη φτύνοντας το φάλτσο ακορντεόν.