χλόη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χλόη | οι | χλόες |
| γενική | της | χλόης | των | χλοών |
| αιτιατική | τη | χλόη | τις | χλόες |
| κλητική | χλόη | χλόες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χλόη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική χλόη
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈxlo.i/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χλό‐η
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χλόη θηλυκό
- το κοντό πράσινο χορτάρι στο έδαφος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- βαθύχλοος
- χλοάζω
- χλόασμα
- χλοερός
- Χλόες (τοπωνύμιο)
- Χλόη (όνομα)
- χλοοκοπτικός
- χλοοτάπητας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χλόη - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- χλόη - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]χλόη < θέμα χλ- που ίσως παραπέμπει σε πρωτοελληνική ρίζα που σήμαινε το κιτρινοπράσινο χρώμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰelh₃- (ανθίζω, πράσινος)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]χλόη θηλυκό (ιωνικός τύπος : χλοίη, δωρικός τύπος : χλόα)
- το πρώτο πράσινο χορτάρι που βγαίνει στους αγρούς την άνοιξη
- → χρειάζεται παράθεμα χλόην νέμεσθα
- το υγρό πράσινων καρπών
- χλόη ελαίας
- ποτὰ τὰ ἀπὸ χλοίης σε αντιδιαστολή προς του καρπούς
Επίθετο
[επεξεργασία]Χλόη θηλυκό χρειάζεται μεταφορά στο Χλόη
- επίθετο της θεάς Δήμητρας
- → χρειάζεται παράθεμα Δήμητρος Χλοίης ἱερόν
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- χλόη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- χλόη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵʰelh₃- (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)