Tuesday, November 28, 2006

M for Morrissey, M for Martyr


Disclaimer: Όποιος περιμένει να διαβάσει αντικειμενική κριτική, να φύγει τώρα αλλιώς ας σωπάσει για πάντα!

Προχθές το βράδυ βρήκα ένα φίλο. Δεν τον ξέρω χρόνια, δε μεγαλώσαμε μαζί, δεν τον συνάντησα, όπως οι περισσότεροι από εσάς, στο εφηβικό μου δωμάτιο αλλά στο φοιτητικό μου δυάρι. Λέγονται και γράφονται πολλά για το φίλο μου. Κι εγώ θέλω να τα μάθω όλα για να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Πάντα ζήλευα αυτούς που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν χρόνια. Μίσησα την ατάκα «Εμείς μεγαλώσαμε με αυτόν» γιατί ό,τι και να έκανα ήταν μάταιο. Έδειχνε να ανήκει σε κάποιους εκλεκτούς, μυημένους από νωρίς στο μύθο του. Κι όμως, προχτές το βράδυ δέχτηκα το χρίσμα σε μια τελετουργία μαγική. Ανήκω σε μια αίρεση. Νεοφώτιστη και ευλογημένη. Και ακόμη σε έκσταση.
Θα’ θελα να έχει γεμίσει η Αθήνα παιδιά με τσουλούφια και λουλούδια στα χέρια, στις τσέπες, στα μαλλιά, στα πέτα. Θα’ θελα στα λεωφορεία, στους δρόμους, στις πλατείες να διασταυρώνεται το βλέμμα μου με άλλα βλέμματα και να διακρίνω ονειροπαρμένα πρόσωπα και συνωμοτικά χαμόγελα. Θα’ θελα να ακούω τη φωνή του από ανοιχτά παράθυρα αυτοκινήτων. Θα’ θελα να είναι αυτή η μέρα γιορτή για όλους.
Ο Morrissey βγαίνει στη σκηνή. Πώς χωράνε σε ένα γαλάζιο βλέμμα όλα αυτά? Αγγλικά σπίτια, τούβλα και σύννεφα, παραθαλάσσιες πόλεις, σοφίτες, βροχή σε παράθυρα με κουρτινάκια, βιβλία και δίσκοι δίπλα σε κρεβάτια, αυλές, pubs, κόκκινα λεωφορεία, προάστια, μουσκεμένοι δρόμοι, βόλτες με ποδήλατα και αγόρια αναποφάσιστα, καταθλιπτικές μέρες που μοιάζουν με Κυριακές… πώς όλα αυτά γίναν δικά μας σαν ένα παρελθόν που δε ζήσαμε? Γιατί σηκώνεις τα χέρια και κλαις? Τι θυμάσαι? Τι νιώθεις?
Ο Γιώργος μπροστά μου, πρώτη σειρά από νωρίς, επισημοποιεί τον επί χρόνια δεσμό του με το Morrissey. Του περνά στο χέρι δαχτυλίδι. Είναι δεμένος μαζί του για μια ζωή. “He knows so much about these things…” Κάποιες ώρες αργότερα, πάνω από μπύρες και καπνούς, δε χορταίνω να τον ακούω. «Ο Morrissey είναι ένας μάρτυρας. Των ευαίσθητων, των δειλών, των άσχημων, των περίεργων, των μπερδεμένων, των παιδιών που περπατούν αφηρημένα στους δρόμους, που κλείνονται στα δωμάτιά τους και διαβάζουν ποίηση όταν οι συμμαθητές τους γαμάνε γκόμενες και πλακώνονται στα γήπεδα. Αφιερώθηκε σε αυτό και γι’ αυτό τον λάτρεψαν όσο λίγους.» Τον αγκαλιάζω, δε χρειάζονται λόγια, καταλαβαίνει…
Στο Let me kiss you, ο κόμπος λύνεται, κάτι σπάει μέσα μου, τα δάκρυα κάνουν νερά στην εικόνα, στην αρχή ντρέπομαι, τα σκουπίζω γρήγορα, βλέπω κι άλλα μάτια να κοκκινίζουν, κι άλλα πρόσωπα να συσπώνται, δε με νοιάζει, η Μαρκησία ανησυχεί και με αγκαλιάζει, ξέρει πώς είναι. Κάπου μακριά, τα πράσινα μάτια της Αντιγόνης μουτζουρώνονται. Βγάζει το πουκάμισό του, με κινήσεις απότομες, σχεδόν καθαρτικές, ανοίγει τα χέρια. Σταυρώνεται μπροστά μας, όσο του πετούν γλαδιόλες, ένας προβολέας τον λούζει με λευκό φως, τα λουλούδια αιωρούνται γύρω του. Ο χρόνος σταματά. Κάπως έτσι είναι το σώμα της ποίησης. Ο πιο όμορφος πίνακας ζωγραφικής μου ανήκει. Θα τον κρατήσω δικό μου για πάντα. “This night has opened my eyes and I will never sleep again…”

YΓ.1 Όποιος αναρωτιέται τι απέγινε το πουκάμισο, σας διαβεβαιώνω βρίσκεται σε καλά χέρια, είναι Gucci και μοσχοβολάει το πιο ωραίο αντρικό άρωμα που έχω μυρίσει.

ΥΓ.2 Συζήτηση μεταξύ bloggers:
-Τι λες να κάνει πριν τη συναυλία;
- Μάσκα ομορφιάς και πρόβες στον καθρέφτη!
- Mπορεί να δοκιμάζει greek souvlaki και πατσά.
- Σιγά μην τρώει και μοσχαροκεφαλή!

Sunday, November 19, 2006

And if I fall into the drink, I’ll say your name before I sink...

Αποφεύγω τον τελευταίο καιρό να γράψω. Όταν περνάς τις μέρες κάνοντας μελέτη πάνω στην ευφράδεια των Pulp, των Magnetic Fields, των Smiths, των Στέρεο Νόβα, και μόνο η σκέψη της λευκής σελίδας σε τρομάζει. Όλα αλλάζουν όμως τις νύχτες. Τα χρώματα, οι δρόμοι, ο αέρας, οι άνθρωποι. Και ειδικά όταν θες να τις ζεις ολόκληρες. Τα λόγια έρχονται πιο εύκολα, όλα ομορφαίνουν και ξαφνικά αισθάνεσαι πως θα μπορούσες να γράψεις ξανά. Βρίσκεις χίλιες εμπνεύσεις. Αλλά και πάλι πως να βάλεις σε σειρά σκόρπιες φράσεις που μυρίζουν αλκοόλ?
Στα μπαρ, τα αγόρια που με κοιτάζουν δεν είναι ποτέ όπως τα ονειρεύομαι. Ψηλόλιγνα, μαυροφορεμένα, μελαγχολικά. Με περπάτημα χορευτικό και αφηρημένο, με ρυθμό στις κινήσεις τους, μια μουσική καρφωμένη στο μυαλό τους για μέρες και ένα κεφάλι γεμάτο στίχους από τραγούδια ξεχασμένα από τον DJ. Με λευκά χέρια και μακριά δάχτυλα που κάθε τόσο τα περνούν για να ισιώσουν μάταια τα ανακατωμένα τους μαλλιά. Με παιδικό άτακτο χαμόγελο. Αγόρια με ντροπαλό βλέμμα και μάγουλα που κοκκινίζουν. Χαριτωμένα αγόρια. Σαν άγγελοι ή σαν κορίτσια. Όταν βαριέμαι και δεν θέλω να μιλήσω, δε θέλω να φλερτάρω, όταν θέλω μόνο να ακούω τους στίχους καθαρά και να νιώθω ανθρώπους να χορεύουν γύρω μου, κάθομαι και τα χαζεύω. I spy a boy…
Στις μεγάλες μου λύπες κρύβομαι στις γωνίες, υφαίνω γύρω μου αόρατο ατσάλινο κουκούλι, σκίζω σκαμπό με το ξυράφι που κρύβω πάντα στην τσέπη μου, χαρακώνω μια μια τις ανασφάλειές μου και αυτές πεισμώνουν. Όχι, δε φταίνε πάντα τα τραγούδια. Φταίνε σχεδόν πάντα. Τελικά είναι όλα θέμα soundtrack?
Γενέθλια και όλοι οι φίλοι είναι εδώ, η Γεωργία, η Λένα, ο Jack Skellington πάνω στο φόρεμα που μου πήραν, ο Γιώργος και η αγκαλιά του, χάνω την αίσθηση του χρόνου μέσα της, το μπουκάλι του Southern, ο Αλέξανδρος, o Morrissey από την αφίσα στον τοίχο να μας κοιτάζει, η Χριστίνα, μια νεράιδα δίπλα στον κόκκινο προβολέα σταλμένη για να με προσέχει. Γέλια και τσουγκρίσματα και νάζια και φιλιά. Είμαι χαρούμενη, κοροϊδεύουμε όλοι μαζί τη φωνή του Brian, για μια στιγμή ακούω τη δική σου φωνή σου και παγώνω. Με κρατάς σφιχτά, όχι, δεν σε περίμενα, δε θα μπορούσες όμως να μην έρθεις, έστω και ακάλεστος να μου ευχηθείς. Ναι, ξέρω πως μ’ αγαπάς, δεν πειράζει που δε μου πήρες δώρο, τι θα ήθελα πιο πολύ? Πήρα τόσα, δε μου λείπει τίποτα. Δεν στο είπα αλλά το μόνο που ζήλεψα ήταν οι τουλίπες που είδα σ’ εκείνη τη γωνία τις Σόλωνος, να μου τις φέρεις χωρίς να τις ζητήσω. Το οινόπνευμα τσούζει τα δαγκωμένα μου χείλη, η μουσική δυναμώνει, νιώθω κάθε ανάσα του τραγουδιστή στο λαιμό μου, το μπάσο με χτυπάει στο στήθος, πάντα μου άρεσε, κορόιδευες πως έχω την κατάλληλη φράντζα για αυτό το όργανο κι εγώ έκανα πως θύμωνα μα γελούσα, κοίτα με, έγινα 23 και ακόμα δεν το πήρα απόφαση να μάθω, 23, ούτε αργά να αρχίσεις από την αρχή αλλά ούτε και νωρίς. Γιατί όλα άλλαξαν ξαφνικά? Γιατί παίζει Editors? Γιατί σε έδιωξα? Γιατί καταστρέφω ό,τι καλό μου συμβαίνει? Ποιος φίλος μου σφίγγει κρυφά το χέρι για συμπαράσταση? Γιατί ήρθες γαμώτο?

Thursday, November 16, 2006

Just another cup of tea please...


Can I stay here lying under the table together with you now?
Can I hold you?
Forever in acrylic afternoons I want to hold you tight
Whilst children play outside and wait for their mothers to finish with lovers
And call them inside for their tea.

PULP - "Acrylic Afternoons"

Thursday, November 09, 2006

Happy Birthday to me...

All eyes on the calendar Another year I claim of total indifference
To here, the days pile up With decisions to be made, I'm sure all of them were wrong
Into this song I send myself
And with these drinks I plan to collapse And forget this wasted year, these wasted years
Devoted friends, they disappear

And I'm sorry about the phone call and needing you
Some decisions you don't make

I guess it's just like breathing and not wanting to There are some things you can't fake
I guess that it's typical To cling to memories you'll never get back again
And to sort through old photographs Of a summer long ago or a friend that you used to know
And there below
His frozen face You wrote the name and that ancient date.
And you can't believe that he's really gone
When all that's left is a fucking song
and I'm sorry about the phone call; and waking you. I know that it is late,
But thank you for talking, because I needed to. Some things just can't wait.

'Nough said._