
Disclaimer: Όποιος περιμένει να διαβάσει αντικειμενική κριτική, να φύγει τώρα αλλιώς ας σωπάσει για πάντα!
Προχθές το βράδυ βρήκα ένα φίλο. Δεν τον ξέρω χρόνια, δε μεγαλώσαμε μαζί, δεν τον συνάντησα, όπως οι περισσότεροι από εσάς, στο εφηβικό μου δωμάτιο αλλά στο φοιτητικό μου δυάρι. Λέγονται και γράφονται πολλά για το φίλο μου. Κι εγώ θέλω να τα μάθω όλα για να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Πάντα ζήλευα αυτούς που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν χρόνια. Μίσησα την ατάκα «Εμείς μεγαλώσαμε με αυτόν» γιατί ό,τι και να έκανα ήταν μάταιο. Έδειχνε να ανήκει σε κάποιους εκλεκτούς, μυημένους από νωρίς στο μύθο του. Κι όμως, προχτές το βράδυ δέχτηκα το χρίσμα σε μια τελετουργία μαγική. Ανήκω σε μια αίρεση. Νεοφώτιστη και ευλογημένη. Και ακόμη σε έκσταση.
Θα’ θελα να έχει γεμίσει η Αθήνα παιδιά με τσουλούφια και λουλούδια στα χέρια, στις τσέπες, στα μαλλιά, στα πέτα. Θα’ θελα στα λεωφορεία, στους δρόμους, στις πλατείες να διασταυρώνεται το βλέμμα μου με άλλα βλέμματα και να διακρίνω ονειροπαρμένα πρόσωπα και συνωμοτικά χαμόγελα. Θα’ θελα να ακούω τη φωνή του από ανοιχτά παράθυρα αυτοκινήτων. Θα’ θελα να είναι αυτή η μέρα γιορτή για όλους.
Ο Morrissey βγαίνει στη σκηνή. Πώς χωράνε σε ένα γαλάζιο βλέμμα όλα αυτά? Αγγλικά σπίτια, τούβλα και σύννεφα, παραθαλάσσιες πόλεις, σοφίτες, βροχή σε παράθυρα με κουρτινάκια, βιβλία και δίσκοι δίπλα σε κρεβάτια, αυλές, pubs, κόκκινα λεωφορεία, προάστια, μουσκεμένοι δρόμοι, βόλτες με ποδήλατα και αγόρια αναποφάσιστα, καταθλιπτικές μέρες που μοιάζουν με Κυριακές… πώς όλα αυτά γίναν δικά μας σαν ένα παρελθόν που δε ζήσαμε? Γιατί σηκώνεις τα χέρια και κλαις? Τι θυμάσαι? Τι νιώθεις?
Ο Γιώργος μπροστά μου, πρώτη σειρά από νωρίς, επισημοποιεί τον επί χρόνια δεσμό του με το Morrissey. Του περνά στο χέρι δαχτυλίδι. Είναι δεμένος μαζί του για μια ζωή. “He knows so much about these things…” Κάποιες ώρες αργότερα, πάνω από μπύρες και καπνούς, δε χορταίνω να τον ακούω. «Ο Morrissey είναι ένας μάρτυρας. Των ευαίσθητων, των δειλών, των άσχημων, των περίεργων, των μπερδεμένων, των παιδιών που περπατούν αφηρημένα στους δρόμους, που κλείνονται στα δωμάτιά τους και διαβάζουν ποίηση όταν οι συμμαθητές τους γαμάνε γκόμενες και πλακώνονται στα γήπεδα. Αφιερώθηκε σε αυτό και γι’ αυτό τον λάτρεψαν όσο λίγους.» Τον αγκαλιάζω, δε χρειάζονται λόγια, καταλαβαίνει…
Στο Let me kiss you, ο κόμπος λύνεται, κάτι σπάει μέσα μου, τα δάκρυα κάνουν νερά στην εικόνα, στην αρχή ντρέπομαι, τα σκουπίζω γρήγορα, βλέπω κι άλλα μάτια να κοκκινίζουν, κι άλλα πρόσωπα να συσπώνται, δε με νοιάζει, η Μαρκησία ανησυχεί και με αγκαλιάζει, ξέρει πώς είναι. Κάπου μακριά, τα πράσινα μάτια της Αντιγόνης μουτζουρώνονται. Βγάζει το πουκάμισό του, με κινήσεις απότομες, σχεδόν καθαρτικές, ανοίγει τα χέρια. Σταυρώνεται μπροστά μας, όσο του πετούν γλαδιόλες, ένας προβολέας τον λούζει με λευκό φως, τα λουλούδια αιωρούνται γύρω του. Ο χρόνος σταματά. Κάπως έτσι είναι το σώμα της ποίησης. Ο πιο όμορφος πίνακας ζωγραφικής μου ανήκει. Θα τον κρατήσω δικό μου για πάντα. “This night has opened my eyes and I will never sleep again…”
YΓ.1 Όποιος αναρωτιέται τι απέγινε το πουκάμισο, σας διαβεβαιώνω βρίσκεται σε καλά χέρια, είναι Gucci και μοσχοβολάει το πιο ωραίο αντρικό άρωμα που έχω μυρίσει.ΥΓ.2 Συζήτηση μεταξύ bloggers:
-Τι λες να κάνει πριν τη συναυλία;
- Μάσκα ομορφιάς και πρόβες στον καθρέφτη!
- Mπορεί να δοκιμάζει greek souvlaki και πατσά.
- Σιγά μην τρώει και μοσχαροκεφαλή!



